Das kommt mir alles griechisch vor! III

Δεν καταλαβαίνω τίποτε.

Μέρος 3ο

Όπως γίνεται εμφανές από μια πρόχειρη γλωσσική σύγκριση, η επιρροή των ελληνικών στην γερμανική γλώσσα είναι τεράστια και σε σημείο, όχι μόνο προφανών αποδόσεων στο λεξιλόγιο. Σε πολλές περιπτώσεις έχει μεταφερθεί όχι μόνο η λεκτική πηγή – ρίζα της λέξης, αλλά και ο χαρακτήρας της ή το πλαίσιο χρήσης. Η κατανόηση των συνδετικών κρίκων μεταξύ γερμανικών και ελληνικών δεν είναι μόνο ένα μαγευτικό ταξίδι αναζήτησης στην σύγχρονη γλωσσολογία. Είναι επίσης μια ευκαιρία να κατανοήσουν βαθύτερα οι ελληνόφωνοι την γερμανική γλώσσα, μιας και μέσα από αυτήν και το λεκτικό της σύνολο, κρύβονται πτυχές ακόμη και της δική τους αρχαίας γλώσσας, που αγνοούν ή δεν φαντάζονται το μέγεθος της. Μετά από μια λεπτομερή προσέγγιση των ομοιοτήτων και διαφορών μεταξύ των δυο γλωσσών, γίνεται πιο εύκολη η καθημερινή επικοινωνία και αλληλοκατανόηση.

Οι ελληνικές λέξεις πέρασαν στη γερμανική -όπως και στις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες- είτε μέσω της λατινικής, είτε απ’ ευθείας από την ελληνική, αλλά επίσης και από άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Η γερμανική γλώσσα, και ειδικά στην σημερινή της μορφή, είναι μια γλώσσα λιτή, που όσο και αν ακούγεται απίστευτο, είναι στον κορμό της συγγενής γλώσσα με τα ελληνικά, όχι επειδή κατέληξαν να έχουν κοινούς κανόνες γραμματικής ή συντακτικού! Η γλωσσική συγγένεια ανάγεται στο πολύ μακρινό παρελθόν, τότε που οι πληθυσμοί της ευρωπαϊκής ηπείρου ήταν μία μεγάλη οικογένεια, που κατοικούσε σε μία κεντρική «μέσο-γαία», που κάποια στιγμή λόγω φυσικών καταστροφών και κλιματικών αλλαγών αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν, σπάζοντας δεσμούς αίματος, παραδόσεων και κοινής ιστορικής κουλτούρας, και έφτασαν να κατοικούν στα πέριξ της μεσογείου… θαλάσσης πλέον.

Στην αρχαία ελληνική λ.χ. έχουμε τρεις λέξεις για την έννοια του υγρού στοιχείου: ύδωρ, νε(α)ρόν και όσσα.

. Το «ύδωρ» συνήθως χρησιμοποιούταν με την έννοια του στάσιμου υγρού, για αυτό και σήμερα λέμε «λιμνάζοντα ύδατα/υδρία», το φρέσκο «νεαρόν» ύδωρ από πηγή, με συναίρεση έγινε «νερόν», ενώ από την ρίζα «όσσα», βγήκε σήμερα πχ η λέξη «ωκεανός»/ γερμ. Ozean», – η λέξη «όσσα» σήμαινε δηλαδή την μεγάλη μάζα υγρού, κάτι το οποίο στα πλαίσια του «Κατακλυσμού», έμεινε στην συλλογική μνήμη ως η έννοια της μάζας που έρχεται να πνίξει.

Από την ρίζα αυτή, στην πρωτογερμανική έγινε «assa» με δασεία, δηλαδή πυκνότητα στην προφορά – η οποία δασεία στην ελληνική γράφεται είτε ως F (δίγαμμα), ή ως Η – και στην νεότερη γερμανική γλώσσα Wasser… Μεταγενέστερα, η Αγγλική γλώσσα, «παιδί» της Πρωτογερμανικής, θα αποβάλει το επιπλέον Τ, και το νερό θα γίνει „Water“! – Και φυσικά δεν είναι τυχαίο, ότι το Wasser / water στην γερμ. και αγγλ. νοοτροπία δεν πίνονται!

Περαιτέρω μετακινήσεις, επιρροές και μεταβολές στις καθημερινές συνήθειες με μόνο γνώμονα την διαρκή επιβίωση, οδηγούν σε μια ανομοιογένεια καθιστώντας τις  γλώσσες διαφορετικές σε σημείο τον Μεσαίωνα, μετά από σχετικές μετακινήσεις πληθυσμών και προσαρμογή των γλωσσών η απόδοση εννοιών από την ελληνική στην πρωτογερμανική να οδηγεί σε παρερμηνείες. Λχ η λέξη Ελεημοσύνη. Στα αρχ. ελληνικά εκφράζει «το να δίνω σε κάποιον συγχώρεση ή να παύω να τον κακομεταχειρίζομαι, επειδή βρίσκεται στο έλεος μου/υπό την κυριαρχία μου». Η λέξη αποδόθηκε στα Λατινικά ως alemosina και σημαίνει το ίδιο πράγμα. Όταν χρόνια μετά οι χριστιανοί δανείστηκαν το λήμμα, η σημασία ενισχύθηκε με το «βοηθώ κάποιον που έχει ανάγκη, προσφέρω ανακούφιση», και αποδόθηκε γερμανιστί Almosen, αγγλιστί alms! Είναι προφανές πως άλλες έννοιες αποδίδει ο ελληνόφωνος και εντελώς άλλη ο γερμανόφωνος, ειδικά σε περιπτώσεις μεταφράσεων, παρά την σχετική ομοιότητα στην γραφή ή απόδοση!

Όταν πηγαίναμε σχολείο και ο δάσκαλος έλεγε πως τα σύμφωνα ΠΒΦ ΚΓΧ ΤΔΘ…

Eίναι στην ουσία ο ίδιος φθόγγος, αλλά πχ στον χειλικό φθόγγο Π, που ακούγεται ιδιαίτερα ηχηρός, το Φ είναι πιο αχνό ενώ το Β πιο έντονο, πιο πυκνό, πιο δασύ. Παρατηρώντας αυτές τις αλλαγές φθόγγων, μπορούμε να καταλάβουμε πολύ καλά, ειδικά εμείς που μιλάμε Ελληνικά, γιατί όλες οι ευρωπαϊκές γλώσσες είναι τόσο συγγενείς με την δική μας, αν προσέξουμε λίγο την ετυμολογία τους και τον τρόπο γραφής τους.

Αν λ.χ. πάρουμε την λέξη πατήρ στα αρχ. Ελληνικά, στα Λατινικά αποδόθηκε ως pater.

Από τα λατινικά στα ισπανικά padre (το μέσο οδοντικό Τ αποδίδεται με το πιο δασύ Δ και γίνεται αντιστροφή των 2 τελευταίων γραμμάτων)

στα γερμανικά Vater, το ηχηρό Π θα αλλάξει σε άηχο Φ

ενώ πιο βόρεια, το γερμανικό Vater θα αλλάξει πχ σε vadar στην γλώσσα των Βίκινγκ

ή στο κλασικό αγγλικό father, όπου το Φ θα αποδοθεί με άλλο γράμμα.

Tο  ηχηρό Τ θα αποδοθεί ως Δ, με διαφορετική ορθογραφία. père στα γαλλικά,

Far στα σουηδικά/νορβηγικά, κοκ.

Δηλαδή…όσο πιο βόρεια πάει κανείς, τόσο μικραίνει η έκταση της λέξης, τόσο περισσότερο αλλοιώνεται η ηχητική της απόδοση, και βέβαια, κατά περιπτώσεις, έχει αλλάξει άρδην και η σημασία της, γιατί σίγουρα η ελληνική εκδοχή είχε απόλυτη λογική στα γράμματα. Για αυτό και η ορθογραφία, η σωστή δηλαδή γραφή είναι πολύ σημαντική. Μας θυμίζει την καταγωγή μας. Και γλωσσικά!

Διαβάστε το 2ο μέρος!
Διαβάστε το 4ο μέρος!
© Ioannis Argyros, 2020 Berlin
* Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, ανατύπωση, ή χρήση σε δημόσιο χώρο, χωρίς την έγγραφη άδεια του συντάκτη. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.