(Un-) Trennbare Verben
Σύνθετα (Μη-)Χωριζόμενα ρήματα

Το παρόν άρθρο είναι μια ευγενική παραχώρηση του Γλωσσολόγου/Διδακτολόγου της Γερμανικής ως Ξένης Γλώσσας, κου. Γιάννη Αργυρού.

Πρόκειται για σύνθετα ρήματα που εμφανίζουν διαφορές στην σύνταξη και επομένως και στην σημασία.

Σύνθετο θεωρείται ένα ρήμα, όταν μπροστά σε ένα απλό κλασσικό ρήμα προστίθεται ένα πρόθεμα, ή μια πρόθεση, ή κάποιο κομμάτι άλλης λέξης. Το νέο ρήμα θα κλίνεται πάντα όπως και το κλασσικό με κάποιες διαφορές στην σύνταξή του μέσα σε μια πρόταση, ανάλογα το είδος του σύνθετου ρήματος στο οποίο ανήκει.

Μία σειρά προθεμάτων ή προθέσεων που τοποθετούνται μπροστά σε ένα απλό ρήμα και το καθιστούν σύνθετο. Ανάλογα το πρόθεμα, ανάλογη και η λειτουργία, ή σημασία και η χρήση του εκάστοτε ρήματος. Και για να το κάνουμε πιο σαφές, ορίστε ένα παράδειγμα από τα ελληνικά:

Λέμε λχ… “μεταφορές / μετακομίσεις ο Θανάσης”, αλλά και “άστο, θα το φέρω μετά!” Το ρήμα “μεταφέρω” στα ελληνικά έχει τόσο την έννοια της μετακίνησης από το σημείο Α στο σημείο Β, αλλά και της χρονικής καθυστέρησης. Ανάλογα το πώς θα το κλίνουμε, ενιαίο ή σπασμένο, αλλάζει το νόημα, η σύνταξή του, και κατ’ επέκταση η λειτουργία του. Το ίδιο και στα Γερμανικά. *** Σημαντικό: δεν λειτουργεί, όμως, η μετάφραση στην Γερμανική γλώσσα! Αυτά δλδ τα προθέματα, ναι μεν έχουν μια Χ σημασία σαν πρόθεμα ή πρόθεση, αλλά ανάλογα την σύνταξη τους αποκτούν σχετική σημασία.

Λχ, όταν λέμε στα γερμανικά Ich möchte ein bier bestellen, ο Γερμανός δεν ακούει ότι εμείς θέλουμε να ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΟΥΜΕ μια μπύρα, αντίθετα επειδή εμείς μεταφράζουμε έτσι στα ελληνικά, το αποδίδουμε ως “παραγγέλνω”! Στην γερμανική γλώσσα, όμως, το ρήμα μπορεί να αποδοθεί μόνο ως ¨κατι τίθεται παθητικά όρθιο μπρος σε κάποιον¨, – κάτι που δεν σχετίζεται καθόλου με την ελληνική απόδοση του “παραγγέλνω”!

Αυτή η παθητικότητα στην έννοια εκφράζεται από το πρόθεμα “be-” και το ρήμα “stellen” σημαίνει όντως “τοποθετώ κάτι όρθιο”. Αν δούμε το ρήμα bestellen, στην φράση Grüße bestellen, αυτό που στα ελληνικά λέμε ως “δίνω/στελνω/λέω χαιρετίσματα σε κάποιον”, έχοντας το μεταφράσει ήδη στο παράδειγμα με την μπύρα ως “παραγγέλνω”, αδυνατούμε να το συσχετίσουμε, ακριβώς επειδή έχουμε μάθει να αντιστοιχούμε έννοιες σε μεταφραστικές λέξεις.

Τα χαιρετίσματα, όμως, όντως δεν είναι αντικείμενο/πράγμα που το παίρνουμε και το παραδίδουμε σε κάποιον, αντίθετα, τα αποκτά κανείς παθητικά, επειδή αυτά εμφανίζονται/ερχονται/μεταφέρονται μπροστά του, καθότι κάποιος κάπως τα έφερε.

Για όσους ξέρουν λίγο αρχ. Eλληνικά, αυτή ακριβώς είναι και η ουσία του ρήματος ΑΓΓΕΛΩ, εξ ου και η λέξη ΑΓΓΕΛΙΑ, δλδ η μεταφορά είδησης.

Ο Γερμ. λοιπόν, μια χαρά λέει “Grüße bestellen”, όπως και “Bier bestellen”!
Είναι η δική μας μεταφραστική Μ%*&)*^% που μας μπερδεύει.

Ας δούμε και ένα ακόμη παράδειγμα! Άραγε, τι σχέση έχει το ρήμα hören με το gehören; Καμία αν το δούμε σαν “ακούω” και “ανήκω” – δλδ από εντελώς μεταφραστική προοπτική! Αν, όμως, το προσεγγίσουμε μέσα από την ουσία των τμημάτων της λέξης, κάτι ιδιαίτερο προκύπτει. Αν αυτό συνδιαστεί και με βαθιά γνώση της ιστορίας των γλωσσών, και το πως η μια έχει επηρεάσει την άλλη, προκύπτουν πολλά ενδιαφέροντα πράγματα.

Το hören, εκ του ahd. horan (Duden Universalwärterbuch), λήμμα δανειθέν από το ελληνικό ΟΡΑΝ, δλδ μεταφορικώς “παρατηρώ/ακούω” εκφράζει αυτό που αντιλαμβάνεται κανείς * στην γερμ. λέξη ΜΕΣΩ ΑΚΟΗΣ, σαφέστατα. Το πρόθεμα “ge-” εκφράζει το κάτι ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟ (π-ΑΝΩ σε κάτι, κολλητά σε κάτι), για αυτό και αποτελεί και το βασικό θέμα του Παρακειμένου! Στα αρχ. Ελληνικά, στον αόριστο το ρήμα κάνει «ήκον», και από εκεί βγαίνει και η λέξη ΗΧΩ, αυτό δλδ που ακούστηκε στο αυτί μου, ως αντανάκλαση ήχου. Πως θα απέδιδε, λοιπόν, στην γερμ. γλώσσα κανείς, κάτι το οποίο ακούστηκε στα αυτιά μου, και πλέον είναι “κτήμα” μου;, αν όχι με το ρήμα gehören, καθότι έχει φτάσει σε μένα μεσω ακοής, και ουσιαστικά πλέον μου αν-ήκει!

Και μέσα στην λέξη, κρύβεται φυσικά και μια ακόμη σπουδαία διάσταση:

Οτι μας ΑΝ-ΗΚΕΙ, ό,τι δλδ αποκτήσαμε με ήχο, δεν μπορούμε να το χάσουμε. Γνώση/Πληροφορία/Συναίσθημα/Λόγος, απαξ και φτάσει στα αυτιά μας, ΚΑΝΕΙΣ δεν μπορεί να μας το πάρει. Αντίθετα, ότι αποκτήσουμε/αγοράσουμε/κερδίσουμε, ανετότατα κάποτε κάποιος μπορεί να μας το αφαιρέσει, και να μην είναι πλέον στην κατοχή μας. Για αυτο και το gehören, δεν πρεπει να συγχέεται με το besitzen ή το haben (εκ του αρχ. ΧΑΠΤΩ, λατ. habeo, δλδ κατέχω επειδή έκλεψα/αγόρασα/επέκτησα, αλλά χωρίς να το έφτιαξα εγώ).

Υπάρχουν 3 κατηγορίες σύνθετων ρημάτων:

1. Ρήματα σύνθετα, ΜΗ-χωριζόμενα

Στην 1η κατηγορία ανήκουν ρήματα που ξεκινούν με τα ακόλουθα προθέματα με μεταφορικές σημασίες:

be-

Δηλώνει κάτι ΠΑΘΗΤΙΚΟ και το ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟ.

Παράδειγμα: kommen/bekommen, το kommen σημαίνει έρχομαι από ένα σημείο Α σε ένα σημείο Β.

Το bekommen σημαίνει μεν παίρνω, με την έννοια πως κάτι καταλήγει σε μένα, δεν παίρνω δλδ κάτι εκουσίως (το εκουσίως είναι το nehmen). Αντίστοιχα πχ zahlen/bezahlen, το zahlen σημαίνει πληρώνω ενεργητικά, δλδ δίνω λεφτά σε κάποιον, για αυτό και στα ΑΤΜ κάνουμε AUS-EIN- Zahlung, δλδ βγάζουμε και βάζουμε χρήματα στην τράπεζα. Η πληρωμή όμως ενός λογαριασμού είναι Bezahlung, δλδ παθητικά πληρώνεται ο Χ λογαριασμός. Έτσι και το bezahlen χρησιμοποιείται σωστά με την έννοια πως πληρώνω το είδος, όχι το άτομο.

Είναι πιο σωστό να χρησιμοποιήσουμε το zahlen για να πληρώσουμε με μετρητά, ενώ το bezahlen για να πληρώσουμε με κάρτα.

ge-

Δηλώνει κάτι ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟ (πάνω σε κάτι, κολλητά σε κάτι), για αυτό και αποτελεί και το βασικό θέμα του παρακειμένου!

Παράδειγμα: Το ρήμα hören/gehören. Το κατά τα άλλα γερμ. ρήμα hören σημαίνει ακούω. Στα αρχ. Ελληνικά, στον Αόριστο το ρήμα κάνει «ήκον».

Αντίστοιχα το gehören αυτό ακριβώς σημαίνει στα γερμ. Κάτι έχει φτάσει σε μένα με την ακοή, και ουσιαστικά πλέον μου αν-ήκει!

er-

Δηλώνει ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ΑΦΗΓΗΣΗ, και το ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ μιας διαδικασίας.

Για παράδειγμα το ρήμα zählen/erzählen! Το zählen σημαίνει μετράω, το erzählen μεταφορικά διηγούμαι, δλδ ξαναλέω κάτι που έχω ήδη «μετρήσει».

Όταν γνωρίζω κάποιον για 1η φορά, χρησιμοποιώ το ρήμα kennen (lernen), όταν καιρό μετά τον ξέρω, μπορώ πλέον να τον ανα-γνωρίσω, δλδ erkennen! Όταν τοποθετώ ενεργητικά κάτι σε μία θέση χρησιμοποιώ πχ το ρήμα setzen (* μαζί με το sich, σημαίνει «πάω να κάτσω»/καθίζω). Όταν κάτι που είναι επομένως τοποθετημένο το αντικαταστήσω, το κάνω… ersetzen. Αντίστοιχα όταν πηγαίνω από το σημείο Α στο σημείο Β με κάποιο μέσο κάνω fahren.

Το αποτέλεσμα της διαδικασίας «μετακίνησης» από μια αφετηρία Α στον προορισμό μου Β, είναι… erfahren, εξ ου και η λέξη Erfahrung, εμπειρία!

ver-

Δηλώνει στο 99% των περιπτώσεων κάτι ΑΡΝΗΤΙΚΟ.

Αγοράζω κάτι… kaufen, πουλάω κάτι… verkaufen, άρα χάνω αυτό που πήρα. Κατ’ εξαίρεση τα ρήματα verlieben, verloben, verdienen, vermehren σημαίνουν αντίστοιχα: ερωτεύομαι, αρραβωνιάζομαι, κερδίζω, πολλαπλασιάζω. Και όμως, το ρήμα vermehren χρησιμοποιείται με αρνητική σημασία, πχ τεμαχίζω κάτι σε πολλά κομμάτια, άρα καταστρέφω το σύνολο, και ναι μεν έχω περισσότερα κομμάτια, αλλά πλέον όχι ένα μεγάλο.

zer-

Δηλώνει πάντα ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ.

Πχ τα ρήματα stören/zerstören ή zerkleinern. Το stören σημαίνει «ενοχλώ», ενώ το zerstören «καταστρέφω», αντίστοιχα πχ το zerkleinern σημαίνει κομματιάζω σε τέτοιο βαθμό που πλέον δεν έχω τμήματα, αλλά «λιώνω», πχ ο πολυκόφτης ονομάζεται Zerkleiner.

ver-

Δηλώνει στο 99% των περιπτώσεων κάτι ΑΡΝΗΤΙΚΟ.

Αγοράζω κάτι… kaufen, πουλάω κάτι… verkaufen, άρα χάνω αυτό που πήρα. Κατ’ εξαίρεση τα ρήματα verlieben, verloben, verdienen, vermehren σημαίνουν αντίστοιχα: ερωτεύομαι, αρραβωνιάζομαι, κερδίζω, πολλαπλασιάζω. Και όμως, το ρήμα vermehren χρησιμοποιείται με αρνητική σημασία, πχ τεμαχίζω κάτι σε πολλά κομμάτια, άρα καταστρέφω το σύνολο, και ναι μεν έχω περισσότερα κομμάτια, αλλά πλέον όχι ένα μεγάλο.

emp-

Δηλώνει ΥΠΟΔΟΧΗ, ΑΠΟΔΟΧΗ.

Empfang για παράδειγμα είναι η reception σε ένα ξενοδοχείο, ή η δεξίωση που παραθέτει κανείς.

Το ρήμα empfehlen πχ. σημαίνει συστήνω σε κάποιον.

ent-

Δηλώνει ΑΚΥΡΩΣΗ και γενικά κάτι ΑΡΝΗΤΙΚΟ.

Παράδειγμα: το «δίνω αξία σε κάτι» είναι το ρήμα werten, αντίθετα όταν μπαίνουμε σε μέσα μεταφοράς καλούμαστε να κάνουμε το εισιτήριό μας… entwerten!

Το ρήμα lassen πχ σημαίνει αφήνω, επιτρέπω. Αντίθετα το entlassen απολύω.

hinter-

Δηλώνει κατά λέξη πως κάτι μένει ΠΙΣΩ.

Το ρήμα hinterlassen πχ. σημαίνει «αφήνω μήνυμα σε τηλεφωνητή»

miss-

Δηλώνει ΑΠΩΛΕΙΑ σε κάτι.

Παράδειγμα: gelingen/misslingen ή verstehen/missverstehen. Αντίστοιχα σημαίνουν: επιτυγχάνω/αποτυγχάνω και καταλαβαίνω/παρεξηγώ!

un- δηλώνει ΑΡΝΗΣΗ σε κάτι.

2. Ρήματα σύνθετα, χωριζόμενα

Τα ρήματα αυτά ξεκινούν με κάποιες συγκεκριμένες προθέσεις, επιρρήματα ή λεκτικά τμήματα και έχουν πάντα κυριολεκτική σημασία.

Στον Ενεστώτα/Αόριστο χωρίζονται κατά την κλίση και το πρόθεμα πηγαίνει στο τέλος της πρότασης και λειτουργεί συντακτικά σαν ένα 2ο ρήμα. Στους περιφραστικούς χρόνους, παθητική φωνή κλπ, μπαίνει ως παθητική μετοχή της μορφής ΠΡΟΘΕΜΑgeΘΕΜΑκατάληξη, σαν ΜΙΑ λέξη στο τέλος της πρότασης.

Όταν συντάσσεται με werden ή modalverb το ρήμα μπαίνει ως απαρέμφατο στο τέλος της πρότασης. Σε κάθε περίπτωση το ρήμα έχει την απόλυτη κυριολεκτική σημασία των τμημάτων του! Τα ρήματα αυτά χωρίζονται σε 3 υποκατηγορίες:

Ρήματα με προθέσεις

Mit → δηλώνει ΣΥΝΟΔΕΙΑ, «μαζί με»


Nach → δηλώνει ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ σε χώρο, «προς» / «μετά»


Bei → δηλώνει ΣΤΑΣΗ σε πρόσωπο ή χώρο / «Δίπλα σε»


Zu → δηλώνει ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ σε πρόσωπο, «προς»


Aus → δηλώνει ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ, ΚΑΤΑΓΩΓΗ


An → δηλώνει ΟΡΙΟ, κάτι «πάνω στην πρόσοψη», «κολλητά» Auf – δηλώνει κάτι ΠΑΝΩ σε κάτι, ΠΑΝΩ σε επιφάνεια


Vor → δηλώνει το ΜΠΡΟΣ σε κάτι


Ab → δηλώνει ΑΦΕΤΗΡΙΑ από κάτι


Entgegen → δηλώνει ΠΛΗΣΙΑΣΜΑ, «έρχομαι κοντά σε κάτι» Entlang – δηλώνει το «κατά μήκος», πχ entlanggehen Neben – δηλώνει «δίπλα»

Ρήματα με προθέματα/επιρρήματα

Auseinander → δηλώνει ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟ, πχ auseinanderbrechen


Εin → δηλώνει ΕΙΣΟΔΟ, για αυτό και στα Parking γράφουν οι ταμπέλες EINfahrt


Empor → δηλώνει ΑΝΕΛΙΞΗ, πχ emporkommen, ανέρχομαι επαγγελματικά


Vorbei → δηλώνει ΠΕΡΑΣΜΑ, πχ der Bus ist vorbeigefahren


Zurück → δηλώνει ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ/ΑΠΟ


Fest → δηλώνει ΚΡΑΤΗΜΑ, πχ festhalten


Frei → δηλώνει ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, πχ freihalten, freilassen


Fehl → δηλώνει ΑΠΟΤΥΧΙΑ, πχ fehlschlagen


Fort → δηλώνει ΠΡΟΟΔΟ, fortschreiten


Heim → δηλώνει την ΠΑΤΡΙΔΑ, το «Σπίτι», heimfahren


Hoch → δηλώνει ΥΨΟΣ, hochheben


Los → δηλώνει ΕΝΑΡΞΗ, πχ losfahren


Nieder → δηλώνει ΠΤΩΣΗ, πχ niederlassen


Weg → δηλώνει ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ, πχ wegnehmen


Weiter → δηλώνει ΣΥΝΕΧΕΙΑ, πχ weitergeben


Zurecht → δηλώνει ΔΙΚΙΟ, πχ zurechtgeben


Zusammen → δηλώνει ΣΥΝΟΔΕΙΑ, πχ zusammenkommen


Hin → δηλώνει κίνηση ΠΡΟΣ, πχ hinhalten


Her → δηλώνει ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ από, πχ herkommen


Da → δηλώνει ΤΟΠΟ, πχ dableiben


Da*** → δηλώνει ΚΙΝΗΣΗ όταν συνοδεύεται και από κάποια άλλη πρόθεση, πχ dahingehen

Ρήματα με τμήματα άλλων λέξεων / εκφράσεων

Εδώ συναντώνται ρήματα σύνθετα που αποτελούνται ή από τμήματα άλλων λέξεων, ή σύνθετα ρήματα που αποτελούνται από 2 ρήματα

Για παράδειγμα: teilnehmen / kennen lernen / spazieren gehen / Bescheid sagen

3. Ρήματα σύνθετα, (ΜΗ-)χωριζόμενα

Τα ρήματα αυτά ξεκινούν με τα προσφύματα DURCH (διαμέσου) – UM (γύρω από) – WIEDER (ξανά) – WIDER (αντί) – ÜBER (πάνω από) – UNTER (κάτω από) και έχουν κάποιες φορές μεταφορική, και κάποιες άλλες εντελώς κυριολεκτική σημασία. Μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε με 3 τρόπους:

Βάσει σημασίας:

Ρήματα με αυτά τα προθέματα είναι ΧΩΡΙΖΟΜΕΝΑ όταν έχουν απόλυτη κυριολεκτική σημασία των τμημάτων τους, ενώ είναι ΜΗ ΧΩΡΙΖΟΜΕΝΑ, όταν έχουν μεταφορική σημασία των τμημάτων τους. Αυτός ο τρόπος είναι χρήσιμος, όταν τα ρήματα συντάσσονται με Modalverben ή σε μελλοντικό χρόνο!

Βάσει τονισμού/προφοράς:

Ρήματα με αυτά τα προθέματα είναι ΧΩΡΙΖΟΜΕΝΑ, όταν τονίζεται τόσο το πρόθεμα, όσο και το μέσα ρήμα. Αντίθετα, όταν ο τονισμός είναι μόνο μέσα στο ρήμα, το ρήμα είναι ΜΗ ΧΩΡΙΖΟΜΕΝΟ.

Βάσει σύνταξης:

Στον Ενεστώτα/Αόριστο, αν το ρήμα είναι ΧΩΡΙΖΟΜΕΝΟ, θα υπάρχει το πρόθεμα στο τέλος της πρότασης. Στους περιφραστικούς χρόνους, παθητική φωνή κλπ χρησιμοποιείται κάποια παθητική μετοχή, σαν ΜΙΑ λέξη στο τέλος της πρότασης. Όταν η παθητική μετοχή περιέχει -ge- τότε το ρήμα είναι ΧΩΡΙΖΟΜΕΝΟ. Πχ το ρήμα WIEDERHOLEN… άλλοτε κυριολεκτικά σημαίνει ΞΑΝΑ-Πιάνω, και άλλοτε μεταφορικα ΕΠΑΝΑ- λαμβάνω!

Man holt den Ball wieder  > κάποιος ξανά-πιάνει την μπάλα
Man hat den Ball wiedergeholt > κάποιος έχει ξανά-πιάσει την μπάλα
Man soll/wird den Ball wiederholen > κάποιος οφείλει να ξανά-πιάσει την μπάλα / θα ξαναπιάσει

Man wiederholt den Satz > κάποιος επαναλαμβάνει την πρόταση
Man hat den Satz wiederholt > κάποιος έχει επαναλάβει την πρόταση
Man soll/wird den Satz wiederholen > κάποιος οφείλει να επαναλάβει την πρόταση / θα επαναλάβει

© Αργυρός Γιάννης 2020