Σύνταξη γερμανικής πρότασης (Μέρος 2°)

ΒΑΣΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ – ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΟΜΗΣ

Το παρόν άρθρο είναι μια ευγενική παραχώρηση του Γλωσσολόγου/Διδακτολόγου της Γερμανικής ως Ξένης Γλώσσας, κου. Γιάννη Αργυρού.

Ξεκινώντας την εμβάθυνση στην ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ είναι χρήσιμο να καταλάβουμε την διαφορά μεταξύ ΦΡΑΣΗΣ & ΠΡΟΤΑΣΗΣ! Οι φράσεις είναι ονοματικά σύνολα (δηλ. ουσιαστικά ή ονόματα, γερμ. NOMEN, που αποτελούνται συνήθως από ένα άρθρο κ ένα ουσιαστικό (7). Πχ: der Mann, die Frau, das Kind, ein Löffel – Ενίοτε, μεταξύ των φράσεων, εμφανίζονται προσδιορισμοί, επίθετα, μετοχές, που όλα όμως αναφέρονται στο ουσιαστικό που προσδιορίζουν και αποτελούν και λειτουργούν ΜΑΖΙ ως ένα ενιαίο σύνολο! Πχ: der (aus Berlin) große schöne Mann, das blaue Auto, die zu schließende neu gestrichene Tür – Αυτοί οι προσδιορισμοί ονομάζονται Attribut, αλλά δεν συμμετέχουν στην συντακτική δομή μιας πρότασης, αλλά της φράσης. Υπάρχουν μόνο για το νόημα!

Απλές φράσεις είναι πρακτικά όλες οι λέξεις που θα συναντήσει κανείς σε ένα λεξικό. Η διαφορά μεταξύ φράσεων και προτάσεων έγκειται στο ό,τι οι φράσεις μπορούν να σταθούν ΜΟΝΕΣ τους στο λόγο και να έχουν νόημα, ενώ τα ρήματα σε κλιτή μορφή όχι. Αν πχ. πούμε die FRAU, καταλαβαίνουμε τί λέμε. Ενώ αντίθετα η πρόταση που στηρίζεται σε ένα κλιτό ρήμα δε μπορεί να έχει νόημα, αν δεν περιέχει και έξτρα φράσεις. Πχ. trinkt – πίνει. Ποίος και τί; Αντίθετα ένα ΑΚΛΙΤΟ ρήμα, όπως το βρίσκουμε στο λεξικό έχει μια γενική σημασία. Πχ spielen σημαίνει παίζω, αλλά αν ήταν κλιτό, πχ spiele, θα μπορούσε να έχει πολλές σημασίες: πχ στον Ενεστώτα στο ΕΓΩ ΠΑΙΖΩ, αλλά και στην KONJUKTIV I, εγώ/αυτός/η/ο ΠΑΙΖΕΙ! ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΟΓΟ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ κ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ≠ στα Ελληνικά όχι, πχ Βρέχει, κ όλοι καταλαβαίνουμε ποιος και τί!

Απλές φράσεις είναι πρακτικά όλες οι λέξεις που θα συναντήσει κανείς σε ένα λεξικό. Η διαφορά μεταξύ φράσεων και προτάσεων έγκειται στο ό,τι οι φράσεις μπορούν να σταθούν ΜΟΝΕΣ τους στο λόγο και να έχουν νόημα, ενώ τα ρήματα σε κλιτή μορφή όχι. Αν πχ. πούμε die FRAU, καταλαβαίνουμε τί λέμε. Ενώ αντίθετα η πρόταση που στηρίζεται σε ένα κλιτό ρήμα δε μπορεί να έχει νόημα, αν δεν περιέχει και έξτρα φράσεις. Πχ. trinkt – πίνει. Ποίος και τί; Αντίθετα ένα ΑΚΛΙΤΟ ρήμα, όπως το βρίσκουμε στο λεξικό έχει μια γενική σημασία. Πχ spielen σημαίνει παίζω, αλλά αν ήταν κλιτό, πχ spiele, θα μπορούσε να έχει πολλές σημασίες: πχ στον Ενεστώτα στο ΕΓΩ ΠΑΙΖΩ, αλλά και στην KONJUKTIV I, εγώ/αυτός/η/ο ΠΑΙΖΕΙ! ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΟΓΟ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ κ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ≠ στα Ελληνικά όχι, πχ Βρέχει, κ όλοι καταλαβαίνουμε ποιος και τί!

Ξεκινώντας λοιπόν από το αρχικό αξίωμα, πως κάθε κλιτό ρήμα σχηματίζει στα Γερμανικά μια αυτοτελή πρόταση, είναι χρήσιμο να δούμε μερικά στοιχεία που δομούν μια πρόταση, τον ρόλο τους και την σπουδαιότητά τους. Κάθε ρήμα, επομένως, για να έχει ΝΟΗΜΑ, πρέπει να συνοδεύεται από ΦΡΑΣΕΙΣ. ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ! Δηλαδή:

Κάθε PHMA (Verb) πρέπει να έχει ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ (Subjekt) και κάποιο ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ (Ergänzung) (8)

(7) Λέξεις που φανερώνουν ποσότητα, αφηρημένες έννοιες, υλικό και μοναδικά πράγματα μπορούν να εμφανιστούν και χωρίς άρθρο.
(8) Ως Υποκείμενο δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιηθεί ΜΟΝΟ μία απλή λέξη. Μπορώ να χρησιμοποιήσω οτιδήποτε, από μια μικρή λέξη ως και ολόκληρη πρόταση! Ασχέτως μεγέθους η σχέση με το ρήμα και η θέση είναι αυτά που θα μετρήσουν, και ΟΧΙ το τι λέει αυτή η δομή ή πως μεταφράζουμε, ή η σημασία!

Ως ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ εννοείται εκείνη η φράση-λέξη που θα ταιριάζει απόλυτα με το πρόσωπο του ρήματος και μπορεί να έχει ΜΟΝΟ πτώση ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΗ. Πχ στο ρήμα ΠΑΙΖΕΙ, το Υποκείμενο πρέπει να είναι κάποιο πρόσωπο σε ενικό αριθμό, λχ ΤΟ ΠΑΙΔΙ και όχι αυθαίρετα κάποιος όρος πχ σε πληθυντικό, λχ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ! Αντίστοιχα ως ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ εννοείται εκείνη η λέξη-ΦΡΑΣΗ που συμπληρώνει ένα ρήμα όχι όμως νοηματικά, αλλά συντακτικά και μπορεί να έχει ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΤΩΣΗ!

Ας δούμε 1-2 παραδείγματα για να κατανοήσουμε τί ακριβώς θεωρείται ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ:

Ας υποθέσουμε πως θέλουμε να αποδώσουμε το εξής νόημα «Εγώ είμαι σε μια παρέλαση!» – μπορούμε να το εκφράσουμε τόσο με το ρήμα συμμετέχω, όσο και με το περιφραστικό ρήμα παίρνω μέρος σε. Έτσι έχουμε 2 εκδοχές:

Α. Εγώ ΣΥΜΜΕΤΕΧΩ στην παρέλαση
Β. Εγώ ΠΑΙΡΝΩ ΜΕΡΟΣ στην παρέλαση.

Μπορεί ΝΟΗΜΑΤΙΚΑ οι δυο αυτές προτάσεις να εκφράζουν ακριβώς το ίδιο πράγμα, δεν έχουν, όμως, όλοι τους οι όροι τις ίδιες συντακτικές σχέσεις:

Α. Εγώ ΣΥΜΜΕΤΕΧΩ στην παρέλαση, – στην πρόταση αυτή το ρήμα είναι το ΣΥΜΜΕΤΕΧΩ, και παίρνει ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ως Υποκείμενο τη λέξη ΕΓΩ και ως συμπλήρωμα την φράση ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΛΑΣΗ, γιατί είναι το πλέον απαιτούμενο. Αντίθετα στην πρόταση:

Β. Εγώ ΠΑΙΡΝΩ ΜΕΡΟΣ στην παρέλαση, – ρήμα είναι το ΠΑΙΡΝΩ, Υποκείμενο το ΕΓΩ, Συμπλήρωμα στο ρήμα «παίρνω» είναι η λέξη ΜΕΡΟΣ. Η φράση ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΛΑΣΗ, είναι πρόσθετη στοιχείο, πρόσθετη πληροφορία, που αν δεν την γράψουμε καθόλου, ναι μεν κάπως θα αλλοιωθεί το γενικό νόημα, αλλά συντακτικά η πρότασή μας ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΗ! Πρακτικά η φράση ΣΤΗΝ ΠΑΡΕΛΑΣΗ συμπληρώνει την λέξη ΜΕΡΟΣ ή το γενικότερο περιφραστικό σύνολο ΠΑΙΡΝΩ ΜΕΡΟΣ!

Μπορεί νοηματικά να είναι το ίδιο, συντακτικά όμως – που αυτό μας ενδιαφέρει – ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ! Άλλο παράδειγμα: ας πούμε πως θέλουμε να αποδώσουμε το νόημα Σήμερα το βράδυ θα φτιάξω βαλίτσα για το ταξίδι στο Περού στο σπίτι μόνος μου! – Αυτό μπορούμε να το αποδώσουμε τόσο με το ρήμα ΠΑΚΕΤΑΡΩ, όσο και με το ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΩ. Το καθένα όμως απαιτεί διαφορετικό είδος συμπληρώματος:

Α. Σήμερα το βράδυ θα ΠΑΚΕΤΑΡΩ βαλίτσα για το ταξίδι στο Περού στο σπίτι μόνος μου!
Β. Σήμερα το βράδυ θα ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΩ βαλίτσα για το ταξίδι στο Περού στο σπίτι μόνος μου!

Στην Α περίπτωση, «πακετάρω» το ρήμα, «εγώ» το Υποκείμενο, απαραίτητο συμπλήρωμα ΜΟΝΟ η λέξη «βαλίτσα»! Όλα τα άλλα στοιχεία, δηλαδή «Σήμερα το βράδυ-για το ταξίδι στο Περού- στο σπίτι-μόνος μου», ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ απαραίτητα συντακτικά, και υπάρχουν ΜΟΝΟ για θέμα extra νοήματος. Δηλαδή, αν πχ δεν καταγράψω όλα τα επιπλέον στοιχεία, η πρότασή μου θα είναι ΣΩΣΤΗ συντακτικά. Ναι μεν θα αλλοιωθεί κάπως το γενικότερο νόημα, αλλά η δομή μου θα είναι σωστή!

Στην Β περίπτωση, «προετοιμάζω» το ρήμα, «εγώ» το Υποκείμενο, απαραίτητο συμπλήρωμα όμως δεν είναι μόνο η λέξη «βαλίτσα», ΑΛΛΑ ΚΑΙ η φράση «για το ταξίδι στο Περού»! Σε αυτή τη δομή, όλα τα άλλα στοιχεία, δηλαδή «Σήμερα το βράδυ-στο σπίτι-μόνος μου» είναι τα περιττά στοιχεία.

Ως ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ (Ergänzung) θα θεωρώ επομένως τους απαραίτητους εκείνους όρους της πρότασης, που ολοκληρώνουν 100% την σημασία του ρήματος, και όχι το νόημα, ή τί και πως θέλω εγώ να πω, ή τί νομίζω, ή μου φαίνεται πως ταιριάζει. Ας δούμε και ένα ακόμη παράδειγμα. Ας υποθέσουμε πως το ρήμα μου είναι το ρήμα ΠΙΝΩ! Στα ελληνικά λέω:

Α. πίνω * Β. πίνω κρασί * Γ. πίνω στο σπίτι * Δ. πίνω με φίλους * Ε. πίνω το βράδυ * Ζ. πίνω από κέφι * Η. πίνω, για να την ξεχάσω * Θ. πίνω, επειδή διψάω * Ι. πίνω τα «συκώτια» μου…

σε όλα αυτά τα παραδείγματα το ρήμα είναι το «πίνω» και ως συμπλήρωμα – στα Ελληνικά – είναι το εκάστοτε διπλανό. Στα γερμανικά όμως, ως συμπλήρωμα δε θεωρείται εκείνος ο όρος που απλά δίνει ένα Χ νόημα, αλλά εκείνος ο όρος που είναι ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΣ, για να μπορεί το ρήμα να ολοκληρώνει την λογική του εσωτερική σημασία. Στα Γερμανικά, ΜΟΝΟ οι περιπτώσεις: Α. πίνω * Β. πίνω κρασί θεωρούνται σωστές, καθώς το ρήμα πίνω, ή απλά θα εκφράζει κατάσταση, τύπου καταπίνω… γκλουπ, γκλουπ… ή θα συνοδεύεται από κάποιο ποτό ή κάτι που τέλος πάντων ΠΙΝΕΤΑΙ! Όλα τα άλλα στοιχεία που φανερώνουν ΤΟΠΟ, ΤΡΟΠΟ, ΧΡΟΝΟ, ΑΙΤΙΑ, ΣΚΟΠΟ, ή περιπτώσεις μεταφορικής χρήσης του ρήματος ΔΕΝ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΥΝ συντακτικά, αλλά μόνο νοηματικά. Στα Γερμανικά όμως, ΠΟΤΕ ΔΕ ΜΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ… το νόημα ή πως θα το εκφράσω, ΑΛΛΑ… η σύνταξη με τα απαραίτητα στοιχεία του εκάστοτε ρήματος. Επομένως… πχ, στην πρόταση:

«Το βράδυ πίνω κρασί στο σπίτι με φίλους από κέφι!»…

Ρήμα είναι το «πίνω», ΠΟΙΟΣ… «εγώ» το απαραίτητο Υποκείμενο και «κρασί» το απαραίτητο Συμπλήρωμα. Όλα τα άλλα, είτε τα βάλω, είτε ΟΧΙ, το ίδιο μου κάνει! Σαφέστατα, αν δεν τα βάλω θα αλλοιωθεί το γενικότερο νόημα! Αλλά συντακτικά… θα είναι σωστό, γιατί θα βγάζει νόημα από τα απαραίτητα στοιχεία! Όλα τα επιπλέον είναι απλώς… ΣΑΛΤΣΑ! Κι όπως πχ σε ένα σπίτι, για να είναι λειτουργικό και κατοικήσιμο πρέπει τα τούβλα, τα δοκάρια και το τσιμέντο να είναι όχι μόνο παρόντα, αλλά και τοποθετημένα με την πλέον αρμόζουσα σειρά και τάξη, έτσι και στην πρόταση, αν δεν έχω τα απαραίτητα ρήμα-υποκείμενο-συμπλήρωμα, η πρόταση μου δεν είναι λειτουργική. Όλα τα διακοσμητικά στοιχεία σε ένα σπίτι, μπορεί να δίνουν μια άλλη εικόνα, να ομορφαίνουν ή να στολίζουν την ουσία, αλλά πρακτικά αν αφαιρεθούν τελείως, τίποτε το ουσιαστικό δε θα αλλάξει στην δομή του σπιτιού. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην πρόταση.

Και έχοντας αναλύσει και εξηγήσει την αναγκαιότητα των απαραίτητων στοιχείων μιας πρότασης, ερχόμαστε στο επόμενο βήμα, όπου θα σχολιάσουμε μερικά στοιχεία ως προς το ρήμα μιας πρότασης!

Είπαμε πως στα ελληνικά το νόημα «Γιώργο θέλω να δώσεις προσοχή σε αυτά που θα πει ο Κώστας» μπορεί να θεωρείται ΜΙΑ πρόταση, στα γερμανικά, όμως, αντιστοιχεί σε ΤΡΕΙΣ προτάσεις, σε στυλ: «Γιώργο ΕΓΩ θέλω, ΟΤΙ ΕΣΥ προσοχή σε αυτά να δώσεις, τα οποία Ο ΚΩΣΤΑΣ θα πει» – σε κάθε δομή το Υποκείμενο είναι διαφορετικό!

Όταν συντάσσουμε προτάσεις στα Γερμανικά θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψιν ΠΑΝΤΑ το υποκείμενο που συνοδεύει το εκάστοτε κλιτό ρήμα, γιατί χωρίς Υποκείμενο δεν υπάρχει ΚΑΝ πρόταση. Ο πιο σημαντικός όρος μιας πρότασης είναι το Υποκείμενο, ΟΧΙ ΤΟ ΡΗΜΑ – το ρήμα απλά μας εκφράζει το ΤΙ κάνει το υποκείμενο και το Χ συμπλήρωμα που τυχόν θα πάρει είναι Ο ΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΤΟ ΡΗΜΑ λειτουργεί έτσι. Ένα ρήμα, έστω και σε άκλιτη μορφή, δλδ ως μια φράση, δύναται να έχει νόημα, άρα να μπορεί να πάρει και Χ συμπλήρωμα, πχ Fußball spielen, το να παίζω ποδόσφαιρο, χωρίς απαραίτητα να χρειαστεί να δημιουργήσει πρόταση. Αν όμως κλιθεί… τότε θα δημιουργηθεί πρόταση.

Ενώ στα Ελληνικά μπορούμε να έχουμε πχ μια δομή που να λέει λχ: «σήμερα το πρωί σηκώθηκα στις 07:00, έκανα μπάνιο, ήπια καφέ, διάβασα εφημερίδα, πήγα στο γραφείο, δούλευα 8 ώρες, επέστρεψα κουρασμένος, έφαγα και έπεσα για ύπνο, ενώ έβρεχε!» στα Γερμανικά ΣΩΣΤΑ, πρέπει να πούμε «ΕΓΩ σήμερα το πρωί σηκώθηκα στις 07:00, ΕΓΩ έκανα μπάνιο, ΕΓΩ ήπια καφέ, ΕΓΩ διάβασα εφημερίδα, ΕΓΩ πήγα στο γραφείο, ΕΓΩ δούλευα 8 ώρες, ΕΓΩ επέστρεψα κουρασμένος, ΕΓΩ έφαγα και έπεσα για ύπνο, ενώ ΑΥΤΟ έβρεχε»! Στα Γερμανικά, ακριβώς επειδή κάποιο ρήμα μπορεί να μην είναι στο ίδιο πρόσωπο με τα υπόλοιπα ΤΙΠΟΤΕ δεν εννοείται. Ακόμη και στο 1ο ενικό πρόσωπο πχ στο ρήμα spielen, που κάνει ich spiele, πρέπει πάντα να βάζουμε το αντωνυμικό πρόσωπο ich, και αυτό γιατί, ο τύπος spiele, μπορεί να είναι ένα σωρό άλλα πράγματα, με διαφορετικά υποκείμενα… πχ μπορεί να είναι έγκλιση Υποτακτική 1, ή προστακτική. Είναι σημαντικό να καταλάβει κανείς πως στα 12.000 έστω χρόνια επίσημης ιστορικής εξέλιξης της Ελληνικής, η γλώσσα έχει προλάβει να εξελιχθεί σε τέτοιο σημείο που κάθε ρήμα, σε κάθε πρόσωπο, χρόνο, έγκλιση, φωνή, να έχει ΠΑΝΤΑ διαφορετική κατάληξη και ακριβώς για αυτό το λόγο δεν χρειάζεται να προσθέσουμε το εκάστοτε Υποκείμενο, με την έννοια πως ενυπάρχει στην εκάστοτε κατάληξη. Αντίθετα στα προσφάτως ανεπτυγμένα Γερμανικά, μόλις 1200 ετών, αυτή η δυνατότητα δεν υφίσταται, και εδώ είμαστε υποχρεωμένοι σε κάθε ρήμα να προσθέτουμε απαραίτητα το εκάστοτε υποκείμενο. Δεν είναι πλεονασμός η επανάληψη. Η έλλειψη είναι όμως λάθος σύνταξη.

Τώρα, αν έχουμε μια πρόταση με ένα Χ κλιτό ρήμα, για να είναι συντακτικά σωστή πρέπει οπωσδήποτε το κλιτό ρήμα να συνοδεύεται από ένα υποκείμενο ΚΑΙ ένα συμπλήρωμα! Πχ: «Εγώ πίνω καφέ!» – Αν έχουμε όμως περίπτωση, όπου σε μία πρόταση θέλουμε να ενσωματώσουμε και κάποιο 2ο ρήμα, πχ: «εγώ θέλω να πιώ καφέ!», τότε με βάση το προηγούμενο κανόνα, ότι δηλαδή κάθε ρήμα για να είναι ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΑ ΣΩΣΤΟ, πρέπει να συνοδεύεται υποχρεωτικά και από το δικό του Υποκείμενο, ΚΑΙ από το δικό του Συμπλήρωμα, ερχόμαστε αντιμέτωποι με το εξής πρόβλημα: Σε μια πρόταση ξαφνικά πρέπει να εμφανιστούν ΔΥΟ ρήματα, και μάλιστα ΚΛΙΤΑ ρήματα, άρα θα συνοδεύονται από ΔΥΟ Υποκείμενα και ΔΥΟ Συμπληρώματα. Έχουμε όμως πει, πως πάντα το Υποκείμενο ενός ρήματος πρέπει να συμφωνεί στον αριθμό με το ρήμα. Αν τολμήσουμε, όμως, στα πλαίσια προσθήκης 2ου ρήματος να βάλουμε και ένα 2ο υποκείμενο, τότε το 1ο ρήμα είναι αναγκασμένο να αλλάξει πρόσωπο, άρα στην περίπτωση αυτή όχι μόνο ανατρέπεται το νόημα, αλλά αλλάζει και η συντακτική σχέση που είχαμε. Πως θα προσθέσουμε λοιπόν ένα 2ο ακόμη ρήμα μέσα σε μια ήδη έτοιμη δομή; Υπάρχει μόνο ένας τρόπος, και αυτός ακούει στο όνομα ΦΡΑΣΗ, δλδ σε ΑΚΛΙΤΗ μορφή! Όσο ένα ρήμα είναι μια γενικής σημασίας λέξη, όπως σε ένα λεξικό, θα παίρνει πάντα ένα απαραίτητο σχετικό συμπλήρωμα, αλλά όχι κάποιο υποκείμενο. Άλλο πράγμα δηλαδή σημαίνει το ρήμα spielen στην γενική του σημασία, και άλλο πράγμα είναι η πρόταση ich spiele! Το γενικό spielen, αναφέρεται γενικά στο ΠΑΙΖΩ χωρίς να προσδιορίζεται το πρόσωπο, ο χρόνος, ή ο στόχος, ενώ στο προτασικό Ich spiele, προσδιορίζεται ξεκάθαρα τόσο το πρόσωπο ICH, όσο και ο χρόνος, 1ο πρόσωπο ενεστώτα! Αν λοιπόν, θέλω μέσα σε μια πρόταση να βάλω 2 ή περισσότερα (το ανώτατο τέσσερα ρήματα επιτρέπονται σε μια πρόταση), ΜΟΝΟ το 1ο κλίνεται και έχει υποκείμενο. Όλα τα υπόλοιπα δε μπορούν να πάρουν δικό τους υποκείμενο. Σαφέστατα αυτή η εκδοχή είναι δυνατή ΜΟΝΟ ΑΝ ΟΛΑ ΤΑ ΡΗΜΑΤΑ… έχουν το ίδιο κοινό Υποκείμενο. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται ΤΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΙΑ! – Αν έχω ρήματα με διαφορετικά υποκείμενα εξάρτησης, τότε ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ να ενώσω αυτά τα ρήματα σε μία πρόταση, αλλά πρέπει να τα κάνω αντίστοιχα διαφορετικές προτάσεις. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται ΕΤΕΡΟΠΡΟΣΩΠΙΑ!

Για παράδειγμα:

Εγώ θέλω αυτό! Εγώ μαθαίνω Γερμανικά! / Ich will es! Ich lerne Deutsch! – οι δύο αυτές προτάσεις μια χαρά βγάζουν νόημα και μια χαρά συντακτικές δομές έχουν ξεχωριστά, καθότι καθεμία έχει το βασικό της ρήμα σε 2η θέση, σε 1η θέση το απαραίτητο σχετικό Υποκείμενο και στο τέλος της εκάστοτε πρότασης, το εκάστοτε Χ συμπλήρωμα. Άρα συντακτικά, και οι 2 είναι σωστές… άσχετα αν στα Ελληνικά μπορεί να μην το λέγαμε αυτό έτσι ακριβώς, ή να μας ακούγεται κάπως περίεργα, αλλά μια χαρά νόημα βγάζει και το κυριότερο: είναι συντακτικώς εντάξει! Αυτό πρέπει να είναι το κριτήριο… όχι το συναίσθημα ή το άκουσμα ή το νόημα!

Όμως, είναι αλήθεια, πως περισσότερο θα λέγαμε «Εγώ θέλω να μάθω Γερμανικά!» – Ich will Deutsch lernen. Τι συμβαίνει εδώ; Ξαφνικά σε μία δομή πρότασης, εμφανίζονται 2 ρηματικοί τύπου. Αν όμως τολμήσουμε να κλίνουμε τον 2ο όρο «lernen», τότε αυτόματα αυτό θα πρέπει να γίνει ανεξάρτητη πρόταση. Αν όμως τον κρατήσουμε σε ΑΚΛΙΤΗ μορφή «lernen», τότε μια χαρά μπορεί να συμπληρώσει το 1ο ρήμα…στο τέλος της πρότασης. Και στην συνέχεια, συντάσσοντάς το και αυτό με την σειρά του, να του δώσουμε ως συμπλήρωμα την λέξη Deutsch.

Αν, όμως, είχαμε τις προτάσεις: «Εγώ θέλω αυτό! Εσύ να μάθεις Γερμανικά» – Ich will es! Du lernst Deutsch! – ενώ στα Ελληνικά θα μπορούσαμε σε μία δομή να πούμε «Θέλω να μάθεις Γερμανικά», στην Γερμανική γλώσσα δε μπορώ να ενώσω τις δυο αυτές προτάσεις σε μία ενιαία δομή, αλλά θα πρέπει να πω «Εγώ θέλω, ότι εσύ Γερμανικά να μάθεις!» / Ich will, DASS du Deutsch lernst – Αυτή η σύνταξη, τύπου ΕΓΩ ΘΕΛΩ, ΕΣΥ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ, αν και στα Ελληνικά την βλέπουμε ως ΜΙΑ πρόταση, στα Γερμανικά είναι ΔΥΟ ξεχωριστές, και μάλιστα η 2η είναι δευτερεύουσα με dass… και ρήμα κλιτό στο ΤΕΛΟΣ της πρότασης!

Σε κάθε, όμως, περίπτωση στο συγκεκριμένο παράδειγμα, δεν θα ήταν λάθος να πούμε την εκάστοτε πρόταση ΞΕXΩΡΙΣΤΑ… δλδ: Εγώ θέλω αυτό! Εγώ μαθαίνω Γερμανικά! *** Εγώ θέλω αυτό! Εσύ να μάθεις Γερμανικά! – μπορεί μια τέτοια «απόδοση» να «ακούγεται» κάπως περίεργη, αλλά συντακτικά ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΣΩΣΤΗ! Όταν, όμως, επιλέγουμε να ενώσουμε 2 αυτοτελείς προτάσεις, κάτι τέτοιο επιτρέπεται και γίνεται μόνο σε περιβάλλον ταυτοπροσωπίας. Σε περίπτωση ετεροπροσωπίας, οι 2 προτάσεις μπορούν να ενωθούν μόνο με δομή δευτερεύουσας. Με τον τρόπο ετεροπροσωπίας, δλδ με dass-δευτερεύουσα, δύναται να αποδοθεί ακόμη και μια δομή ταυτοπροσωπίας, αλλά τότε γίνεται έμφαση στο Υποκείμενο, έχει δλδ πιο ΕΓΩΙΣΤΙΚΟ χαρακτήρα. Συντακτικά, όμως, είναι πάντοτε αποδεκτή, σωστή και ολοκληρωμένη. Ασχέτως πως…ΜΑΣ ακούγεται / Αν θα το λέγαμε έτσι στα Ελληνικά, ή αν μας βγάζει νόημα!

Ταυτοπροσωπία – 2 ρήματα, 2 προτάσεις *** ΙΔΙΑ Υποκείμενα / δυνατοί τρόποι απόδοσης:

1. Ich will es! Ich lerne Deutsch! – 2 αυτοτελείς προτάσεις ΚΥΡΙΕΣ
2. Ich will Deutsch lernen! – 1 πρόταση ΚΥΡΙΑ, με 2 ρήματα, το 2ο ΑΚΛΙΤΟ
3. Ich will, dass ICH Deutsch lerne! – – 1 ΚΥΡΙΑ+1 ΔΕΥΤΕΡΕΟΥΣΑ με ΕΓΩΙΣΤΙΚΗ ΕΜΦΑΣΗ!

Ετεροπροσωπία – 2 ρήματα, 2 προτάσεις *** ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ Υποκείμενα / δυνατοί τρόποι απόδοσης:

1. Ich will es! Du lernst Deutsch! – 2 αυτοτελείς προτάσεις ΚΥΡΙΕΣ
2. Ich will, dass Du Deutsch lernst! – 1 πρόταση ΚΥΡΙΑ, με 2 ρήματα, το 2ο ΑΚΛΙΤΟ

Μέχρι στιγμής έχουμε δει, πως ουσιαστικά η απόδοση μιας σκέψης από τα Ελληνικά στα Γερμανικά πρέπει να γίνει στα πλαίσια μιας ξεκάθαρης συντακτικής δομής, στην οποία κάθε λέξη έχει συγκεκριμένη θέση μέσα στην πρόταση. Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψιν και ένα ακόμη σημαντικότατο παράγοντα, που ακούει στο χαρακτηρισμό ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ!

Το φαινόμενο αυτό ορίζει πως ο χρόνος εκφοράς μιας πράξης που γίνεται αυτή τη στιγμή που μιλάμε είναι ο ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ και ως προς τα μελλοντικά γεγονότα έχουμε δύο μέλλοντες χρόνους. Τον απλό, που χρησιμοποιείται για πράξεις του μακρινού μέλλοντος, και τον συντελεσμένο για αναφορά σε πράγματα που θα έχουν γίνει μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα. Σχετικά με την αναφορά στο παρελθόν, ο Παρατατικός χρησιμοποιείται στα Ελληνικά για να περιγράψει πράξεις κοντινές στον ενεστώτα, που γίνονταν σε επανάληψη ή διάρκεια στο παρελθόν, ενώ ο Αόριστος για πράξη που έγινε και τέλειωσε μια φορά στο παρελθόν. Ο παρακείμενος χρησιμοποιείται για πράξεις που συνέβησαν πιο παλιά από την εκφορά του αορίστου, ενώ ο υπερσυντέλικος για ακόμη πιο παλιό γεγονός. Στα Ελληνικά μπορούμε να συνδυάσουμε οποιονδήποτε χρόνο.

Αντίθετα στη γερμανική γλώσσα, ενώ οι χρόνοι Ενεστώτας και Μέλλοντες έχουν ακριβώς την ίδια εκφορά και χρήση, για τα γεγονότα του παρελθόντος λειτουργούμε κάπως αντίστροφα. Ο χρόνος που βρίσκεται στην κυριολεξία δίπλα στον Ενεστώτα, είναι ο ΠΑΡΑ-κείμενος, αυτός δηλαδή που κείτεται παρά/δίπλα. Έτσι, όταν η πρότασή μας έχει χρόνο εκφοράς Ενεστώτα και χρειαστεί να αναφερθούμε σε παρελθοντικό γεγονός, η χρήση του Παρακειμένου είναι αναγκαστικά μονόδρομος! Στα Γερμανικά ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ να έχουμε πχ στην μία πρόταση Ενεστώτα και στην αμέσως επόμενη Αόριστο ή Υπερσυντέλικο, ή ακόμη χειρότερα σε μια δομή περισσότερους διαφορετικούς χρονικούς τύπους… ενώ στα Ελληνικά…ΜΠΟΡΟΥΜΕ! Πχ… «Θέλω να δώσεις μεγάλη προσοχή σε αυτά που σημείωσε στο τετράδιο ο Κώστας». – ΘΕΛΩ – είναι ενεστώτας, γιατί είναι ΠΑΡΟΝ, ΝΑ ΔΩΣΕΙΣ – μέλλοντας, γιατί έπεται χρονικά, ΣΗΜΕΙΩΣΕ – αόριστος και με διαφορετικό Υποκείμενο. Αυτή η δομή, εκτός του ότι δεν είναι μία πρόταση, αλλά 3… στην γερμανική γλώσσα, θα πρέπει να αποδοθεί ως: «ΕΓΩ θέλω, ΕΣΥ προσοχή σε αυτά να δώσεις, τα οποία Ο ΚΩΣΤΑΣ στο τετράδιο σημείωσε», και χρονικά, θα ξεκινήσει η δομή με Ενεστώτα το «θέλω», για να ακολουθήσει το «να δώσεις» σε dass-δευτερεύουσα σε Μέλλοντα, τελειώνοντας με ακόμη μια δευτερεύουσα/αναφορική που θα εισαχθεί με το «τα οποία» και θα μπει σε χρόνο Παρακείμενο στο τέλος της!

Σε περίπτωση που ο χρόνος της βασικής πρότασης είναι πχ Ενεστώτας και στην ακόλουθη πρόταση επαναλαμβάνεται ή διατηρείται ο χρόνος, με την έννοια πως λαμβάνει χώρα κάποιο παράλληλο γεγονός, σε αυτήν την περίπτωση ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΟΥΜΕ χρόνο. Άρα συνολικά, η ακολουθία των χρόνων επιβάλλει: από τον αρχικό χρόνο αναφοράς που έχουμε, ΣΥΝ – ΠΛΗΝ έναν χρόνο, ανάλογα το τί ακολουθεί!

Ας δούμε λίγο την κλασική ακολουθία των χρόνων στις δυο γλώσσες με το παράδειγμα του ρήματος ΤΡΩΩ:

Στην Ελληνική γλώσσα, η ακολουθία των χρόνων είναι ως εξής:

Υπερσυντέλικος-Παρακείμενος-Αόριστος-Παρατατικός-Ενεστώτας-Μέλλοντας-Συντελεσμενος Μελ.
Είχα φάει -Έχω φάει -Έφαγα -Έτρωγα -Τρώω- -Θα φάω -Θα έχω φάει

Στην Γερμανική γλώσσα, η ακολουθία των χρόνων είναι ως εξής:

Υπερσυντέλικος-«Αόριστος-Παρατατικός»-Παρακείμενος-Ενεστώτας-Μέλλοντας-Συντελεσμενος Μελ.
Είχα φάει -« Έφαγα / Έτρωγα» -Έχω φάει -Τρώω- -Θα φάω -Θα έχω φάει

Στα Ελληνικά μπορώ να συνδυάσω δυο χρόνους της επιλογής μου και η πρότασή μου να έχει νόημα! Πχ.

Τώρα τρώω το φαγητό που είχα φάει πριν 2 μήνες, ενώ προχτές έφαγα/είχα φάει αυτό που θα φάω και αύριο.

Στα Γερμανικά, όμως, πάντα ακολουθώ την αρχή, πως από τον αρχικό χρόνο αναφοράς, με τον οποίο ξεκινάω την πρότασή μου, ότι ακολουθεί, αναλογικά θα πάει ή 1χρόνο προς τα μπρος ή προς τα πίσω. Στο άνω παράδειγμα δηλαδή, επειδή ξεκινάω την απόδοση αναφερόμενος στο ΤΩΡΑ, γιατί αυτή τη στιγμή το αναφέρω, θα πω…

Τώρα τρώω το φαγητό που ΕΧΩ φάει πριν 2 μήνες, ενώ προχτές ΕΦΑΓΑ αυτό που θα φάω και αύριο.

Ενώ στα Ελληνικά στην πρόταση έλεγα «είχα φάει» και χρησιμοποιούσα Υπερσυντέλικο, στα Γερμανικά επιβάλλεται να χρησιμοποιήσω τον αμέσως προηγούμενο χρόνο του Ενεστώτα, δηλαδή Παρακείμενο! Και παρακάτω, ενώ στα Ελληνικά αντί «έφαγα» μπορούσα να πω εναλλακτικά και «είχα φάει», στα Γερμανικά είμαι αναγκασμένος να χρησιμοποιήσω μόνο Αόριστο «έφαγα», γιατί το γεγονός είναι προηγούμενο σε σχέση με το «ΕΧΩ φάει», δλδ παρακείμενο. Η χρήση του μέλλοντα «θα φάω», μπαίνει γιατί στην ουσία αναφέρομαι σε σχέση με τον ενεστώτα «τώρα τρώω», άρα έπεται χρονικά.

Στους μελλοντικούς χρόνους ενίοτε χρησιμοποιώ και ενεστώτα με σημασία μέλλοντα. Πχ… παίρνω κάποιον τηλέφωνο και εκείνος μου λέει… «Πετάω για Ελλάδα με το αεροπλάνο» – καθότι αυτή την πρόταση την ακούω να λέγεται λ.χ. αυτή τη στιγμή, το ρήμα της μου δίνει ως σημασία πως το πρόσωπο που την λέει όντως ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ πετάει για Ελλάδα με το αεροπλάνο, κάτι που όμως δε γίνεται, με την έννοια, πως αν ήταν ήδη στον αέρα το τηλέφωνο του θα ήταν κλειστό, άρα δε θα μπορούσαμε να μιλάμε. Προφανώς η πρόταση αυτή έχει την σημασία πως πρόκειται να πετάξει οσονούπω, άρα θα ήταν πιο σωστό να χρησιμοποιήσει μέλλοντα για την εκφορά της, δηλαδή «Θα πετάξω για Ελλάδα με το αεροπλάνο (σε λίγη ώρα)». Αντί αυτού, χρησιμοποιεί την άμεση εκφορά «ΠΕΤΑΩ για Ελλάδα με το αεροπλάνο» και βάζει το ρήμα σε ενεστώτα, αλλά αποδίδει τον χρόνο στην μετάφραση με μελλοντική χροιά! ***Συνήθως αυτό χρησιμοποιείται για γεγονότα που είναι να γίνουν σε 1 ώρα το πολύ!***
Άλλο παράδειγμα: Αν κάποιος πχ πει ξεκάρφωτα «ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΗΤΑΝ ΤΡΙΑ ΓΟΥΡΟΥΝΑΚΙΑ…» και ξεκινά να κάνει αφήγηση στο γνωστό παραμύθι… – Επειδή η έναρξη της πρότασης είναι ΞΕΚΑΡΦΩΤΗ, και δεν εξαρτά την πρόταση από κάποιον χρόνο παρόντος, δεν λέει δηλαδή «ΕΛΑΤΕ ΠΑΙΔΙΑ – ΤΩΡΑ – ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΟΤΙ μια φορά και έναν καιρό ήταν τρία γουρουνάκια…» στην περίπτωση αυτή μπορεί να ξεκινήσει την πρόταση ΜΕ ΟΠΟΙΟΝ ΧΡΟΝΟ ΘΕΛΕΙ, γιατί σε αυτήν την Χ χρονική χροιά θέλει να δώσει έμφαση. Αν όμως έκανε την εισαγωγή τύπου «Τώρα θα σας πω μια ιστορία, για τα τρία γουρουνάκια», τότε επειδή ο χρόνος εκφορά της 1ης εισαγωγικής πρότασης είναι ο Ενεστώτας, ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ η 2η πρόταση, θα έμπαινε σε Παρακείμενο!

Επομένως, κατά την προσπάθεια απόδοσης μιας σκέψης από τα Ελληνικά στα Γερμανικά πρέπει να ακολουθούμε τα εξής βήματα ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ:

1. Διαβάζουμε ΟΛΟΚΛΗΡΗ την πρόταση, για να δούμε καταρχάς ΠΩΣ θα αποδώσουμε το νόημα και να παρατηρήσουμε τα ρήματα. Δηλαδή ποια ρήματα και ΠΟΣΑ ρήματα θα χρησιμοποιήσουμε. Κι αν στη διαδικασία αυτή, οι επιλογές μας δεν μας οδηγούν εκεί που πρέπει, αλλάζουμε εν ανάγκη τις λέξεις και προσαρμόζουμε το συντακτικό κομμάτι!
2. Στην συνέχεια πρέπει να εντοπίσουμε τον αριθμό των ΚΛΙΤΩΝ ρημάτων, να ορίσουμε την ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ και τότε μόνο τοποθετούμε τις πιθανές προτάσεις σε απόλυτη λογική χρονική σειρά στον κατάλληλο χρόνο! Σημαντικό: αν η εκφορά ξεκινά μετέωρη, τότε μπορώ να βάλω ότι χρόνο θέλω και μετά να τηρήσω την χρονική ακολουθία. Αν όμως είναι εξαρτημένη, τηρώ την χρονική ακολουθία από την αρχή!
3. Για κάθε πρόταση φροντίζουμε να ελέγξουμε πιθανότητα ΤΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΙΑΣ ή ΕΤΕΡΟΠΡΟΣΩΠΙΑΣ, ώστε να συντάξουμε τα σχετικά ρήματα στις πλέον κατάλληλες θέσεις, προσέχοντας στην συνέχεια την σύνταξη των βασικών όρων της πρότασης, δηλαδή των ρημάτων, ώστε έκαστο να έχει ΚΑΙ Υποκείμενο, ΚΑΙ Συμπλήρωμα… όχι απλά νοηματικά κάποια λέξη, αλλά εκείνη ακριβώς που απαιτεί η σύνταξη του, ώστε να βγάζει το πλέον εύλογο νόημα. Ύστερα προχωρώ με την σύνταξη των υπολοίπων στοιχείων της πρότασης, με τον τρόπο που θα αναλυθεί παρακάτω! – ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ: κατά λέξη απόδοση & μετάφραση ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ!

© Αργυρός Γιάννης 2019

ΒΑΣΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ – ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΟΜΗΣ

> Δείτε τη συνέχεια στο Μέρος 3