window.dataLayer = window.dataLayer || []; function gtag(){dataLayer.push(arguments);} gtag('js', new Date()); gtag('config', 'UA-139440343-1');

Σύνταξη γερμανικής πρότασης (Μέρος 1°)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Το παρόν άρθρο είναι μια ευγενική παραχώρηση του Γλωσσολόγου/Διδακτολόγου της Γερμανικής ως Ξένης Γλώσσας, κου. Γιάννη Αργυρού.

🔬Γερμανικά στο μικροσκόπιο 

Ξεκινώντας κανείς με την εκμάθηση της γερμανικής γλώσσας και κατ’ επέκταση της συντακτικής της δομής είναι χρήσιμο να γνωρίζει μερικά πράγματα! Η γερμανική γλώσσα, και ειδικά στην σημερινή της μορφή, είναι μια γλώσσα λιτή, που όσο και αν ακούγεται απίστευτο, είναι στον κορμό της συγγενής γλώσσα με τα ελληνικά, όχι επειδή κατέληξαν να έχουν κοινούς κανόνες γραμματικής ή συντακτικού!

Η γλωσσική συγγένεια ανάγεται στο πολύ μακρινό παρελθόν, τότε που οι πληθυσμοί της ευρωπαϊκής ηπείρου ήταν μια οικογένεια, που κατοικούσε σε μία κεντρική «μέση Γη»! Σε αυτή την Μέση Γη αναφέρονται και θα μυθιστορήματα του Τολκιν, βλ. Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, ή ο δικός μας Ηρόδοτος!

Οι μυθολογίες της Ευρώπης μιλούν για μια κοινή κοιτίδα πολιτισμού, μια ενιαία ξηρά, έναν κεντρικό ζωτικό χώρο με τριγύρω θάλασσα, όπου πρωτογενείς πληθυσμοί με κοινά γλωσσικά στοιχεία, κοινά έθιμα και κοινή κοσμοθεωρία λειτουργούν στο ίδιο περιβάλλον, ώσπου κλιματολογικές και γεωδαιτικές αλλαγές τους αναγκάζουν να μετοικήσουν από την μέση γη/«μεσογαία» στα «παράλια/παρά την (θ)αλα(σσα)».

Έτσι δημιουργείται η κεντρική Μεσόγειος θάλασσα, που κάποτε ήταν ξηρά και τριγύρω στα παράλια μετακομίζουν οι πληθυσμοί του κέντρου αναζητώντας σωτηρία και επιβίωση από τον «Κατακλυσμό»! – είναι μάλιστα περίεργο πως γλωσσικά Έλληνες και Γερμανοί (αν και ο χαρακτηρισμός Germani θα αποδοθεί στον λαό αυτό αιώνες αργότερα από την παπική εκκλησία) όταν αναφέρονται στο νερό χρησιμοποιούν και οι δυο διπλό ΣΣ ή διπλό ΤΤ στο λεξιλόγιο τους (βλ. θάλαΣΣα/θάλαΤΤα – Wasser/Wat(t)er).

Αιώνες μετά οι πληθυσμοί, επηρεασμένοι από κλιματολογικούς παράγοντες τροποποιούν την αρχέγονη τους γλώσσα συνεχώς και μέσω προσμίξεων με νέες φυλές χάνουν την επαφή τους με την πρωτογενή χρήση και σημασία των εννοιών και οδηγούνται σε κατά συνθήκη σημασίες, παρόλο που η ορθογραφία και η ετυμολογία διασώζουν κάπως την αρχέγονη Γνώση. Περαιτέρω μετακινήσεις, επιρροές και μεταβολές στις καθημερινές συνήθειες με μόνο γνώμονα την διαρκή επιβίωση, οδηγούν σε μια ανομοιογένεια καθιστώντας τις γλώσσες διαφορετικές! Και όμως η ελληνική λογική τις χαρακτηρίζει κομψά… «ξένες», δηλαδή συγγενείς, με κοινή καταγωγή, αλλά όχι από τον ίδιο τόπο χρήσης, διατηρώντας μια χαμένη Γνώση [1] του απώτατου παρελθόντος.

Μόνο μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης συγκριτικής γλωσσολογίας μπορεί κανείς να παρατηρήσει τα κοινά μοτίβα, σωσμένα πίσω από δομές και σημασίες, για να φτάσει να καταλάβει πόσο χαζό είναι κάποιος Ευρωπαίος να λέει σήμερα «it is all Greek to me / das ist mir alles Griechisch», όταν δυσκολεύεται να κατανοήσει κάτι, παραδεχόμενος μέσα στην άγνοια του, την ουσία που κάποτε γνώριζε, και η οποία στην σύγχρονη εποχή έχει διασφαλιστεί έντεχνα μέσα στον επικοινωνιακό του κώδικα!

Στην συνέχεια της Ιστορίας οι πληθυσμοί της «Ευρώπης», οργανωμένοι σε κοινωνίες κοντά στη θάλασσα διαχέονται στην ηπειρωτική πλάκα κατακτώντας νέους τόπους διαβίωσης και ανά τακτά χρονικά διαστήματα μετακινούνται νοτιότερα για επιβίωση. Την περίοδο που στην ελληνική μυθολογία έχουμε τον μινωικό πολιτισμό υπάρχει εμπορική κίνηση μεταξύ νότου και βορρά. Οι Έλληνες θαλασσοπόροι, όπως πχ. μεταγενέστερα και ο Μασσαλιώτης Πυθέας, γνωστός για τις εξερευνήσεις του στο θρυλικό νησί Θούλη, ταξιδεύουν συχνά στις Κασσιτερίδες νήσους (Μ. Βρετανία) για το πολύτιμο μετάλλευμα και έρχονται συχνά σε γλωσσική επαφή με τους λαούς του βορρά, ειδικά αυτούς που μένουν στα βόρεια παράλια της σημερινής Βαλτικής, που φαίνεται να κυριαρχούν στις παράλιες περιοχές των σημερινών χωρών Δανίας, Πολωνίας, Ολλανδίας, β. Γερμανίας, Σκανδιναβίας – (Τότε αναφερόμενη περιοχή ως «Θεσσαλικόν Άργος», δηλαδή το ‘Αργος (=κόλπος) θέση αλόν, σημ: δίπλα στην θάλασσα)!

Άλλωστε, σύμφωνα με τις δελφικές παραδόσεις, ο Απόλλωνας επισκέπτεται κατά την χειμερινή περίοδο τον υπέρτατο βορρά, κατοικώντας στα βασίλεια των Υπερβόρειων! Η κεντρική ευρωπαϊκή ήπειρος καλυμμένη για πολλούς αιώνες με πάγο, δέχεται σταδιακά πληθυσμό και πολιτισμό από το βορρά, που στην μετακατακλυσμική Ιστορία αναφέρονται ως Κέλτες! Όλο το κέλτικο στρώμα από πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις φανερώνει άμεση πολιτισμική σχέση των Κελτών – βορειοευρωπαίων με την ελληνική μυθολογία.

Η κάθοδος των Κελτών στην ευρωπαϊκή ήπειρο θα γεμίσει τον κενό κεντρικό χώρο για άλλη μια φορά με πολύ πληθυσμό, που ανάλογα την περιοχή που θα καταλήξουν, και την γλωσσική τους διαφοροποίηση θα αποκτήσουν και διαφορετικά ονόματα καταγωγής. Σκανδιναβοί/Βίκινγκ στο βορρά, Πρώσοι στην ανατολή, Ούνοι, Γότθοι, Όστρογότθοι, Βησιγότθοι στο κέντρο που αργότερα θα ονομαστεί Γερμανία, Γαλάτες και Φράγκοι στο χώρο που μετέπειτα θα γίνει Γαλλία/Βρετάνη, Ουαλοί/Σκώτοι για την μετέπειτα Μ. Βρετανία, Δρυίδες για τους σοφούς περιπατητές και μάγους, κλπ.

Εν πολλοίς, φτάνουμε και στον ευρωπαϊκό πλέον Μεσαίωνα – τοπικοί πληθυσμοί ανά περιοχή ζουν από την εξόρυξη σιδήρου και το εμπόριο και ηγεμόνες γαιοκτήμονες διοικούν τον απέραντο χώρο, καθένας με τα δικά του ήθη, έθιμα, γλώσσα και θρησκευτική σαμανιστική πίστη. Στο Νότο μια νέα δύναμη έχει εμφανιστεί, αποκύημα παλαιότερων δομών και στα πλαίσια προσηλυτισμού στην προσφάτως νεοσύστατη χριστιανική θεολατρεία, η παπική εκκλησία ξεκινά εκστρατείες προς το βορρά για επέκταση του ζωτικού χώρου και επιβολή φόρων.

Υπό την απειλή της ζωής, προσηλυτίζει τις νέες βόρειες κοινωνίες στην προστασία της, με αντίτιμο φορολογικό φυσικά και δημιουργεί νέους χρισμένους ηγεμόνες υπό την εποπτεία του Βατικανού. Δημιουργούνται εκατοντάδες δουκάτα, κομητείες, κρατίδια και ηγεμονικοί τίτλοι, στα σύνορα βόρεια της Ρώμης, σημ. Γερμανία, τμήματα Γαλλίας, Πολωνίας (Πρωσίας), Αυστρίας, Ελβετίας, Αλσατίας, Βοημίας, Ολλανδίας, Σλοβενίας, κλπ. – Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως όλα τα ονόματα των βασιλικών οίκων έχουν να κάνουν με ύψωμα, βουνό, πύλη εισόδου, κορυφή, ή φρούριο, βλ. Habsburg, Hohenzollern, Tudor, Glücksburg, Hohenstaufen, κοκ.

Στα έτη 748-814 ο Κάρολος Ι‘, βασιλιάς των Φράγκων αναλαμβάνει το δύσκολο εγχείρημα να ενώσει τους πολυάριθμους λαούς της Ευρώπης υπό μία κοινή θρησκεία, νομισματική πολιτική, γλώσσα, και για την επιτυχία του αυτή τιτλοφορείται από τον Πάπα με το προσωνύμιο «Μέγας», ιταλιστί Carlomagno, ελληνιστί Καρλομάγνος. Θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης Ευρώπης! Στη διάρκεια της θητείας του, θρησκευτικές αιρέσεις καταλήγουν στην πυρά, επιβάλλεται κοινή οικονομική και θρησκευτική εποπτεία, ενώ στον χώρο γραμμάτων και τεχνών, μαζί με τους λόγιους του καταφεύγει στην Ρώμη και «αντιγράφοντας» την ελληνική διανόηση, ξεκινούν μαζί προσαρμογή της αρχαίας σοφίας στα πρότυπα της νέας Ευρώπης και θέτουν νέες βάσεις για την Καρολίγνεια Αναγέννηση. Τα κείμενα των αρχαίων σοφών φτάνουν σταδιακά στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις, Λειψία, Βερολίνο [2], Οξφόρδη, Παρίσι, Ρώμη και μελετώνται συστηματικά, θέτοντας τις βάσεις για την κλασική Αναγέννηση. Οι λόγιοι του εγκληματούν, όμως, πάνω στα κείμενα [3]! Παρερμηνεύουν το περιεχόμενο ή προτάσσουν Ερασμιακές θεωρίες για το πως πχ. πρόφεραν οι Αρχαίοι, ή σε ποιες περιοχές αναφέρονται τα αρχαία κείμενα και πολλές φορές παίρνουν λέξεις που έχουν μια Χ σημασία στην αρχαία γλώσσα και με γλωσσικές προσαρμογές και αλλαγές σε καταλήξεις δημιουργούν νέες λέξεις, που δεν έχουν τίποτε να κάνουν με την ουσία του παρελθόντος. – Αυτό επιφέρει σήμερα τεράστιο πρόβλημα κατά τις μεταφράσεις, οδηγώντας τους ομιλητές στα λεγόμενα Interferenzfehler!

Όταν πέθανε ο Καρλομάγνος, η αυτοκρατορία του κληρονομείται από το γιο του και τους τρεις εγγονούς του. Οι δύο εγγονοί θα ενώσουν τα βασίλεια τους και θα σχηματίσουν τον ζωτικό χώρο των σημερινών χωρών Γερμανίας, Αυστροουγγαρίας, Πολωνίας, ενώ ο τρίτος αδελφός θα δημιουργήσει την Φραγκική Αυτοκρατορία, από όπου θα προκύψουν αργότερα τα βασίλεια Γαλλίας και της Ιβηρικής Χερσονήσου, δηλαδή Ισπανίας/Πορτογαλίας.

Η γερμανική γλώσσα, ό,τι είναι ή έχει καταλήξει να είναι σήμερα, το οφείλει στον Καρλομάγνο και στην πολιτική του. Πρόκειται για μια γλώσσα ελληνικής (ομηρικής) σχεδόν καταγωγής, η οποία προσαρμόστηκε, αλλοιώθηκε, ξεχάστηκε και κάποια στιγμή δέχτηκε ενέσεις γλωσσικών εξελίξεων του νότου και για ακόμη μια φορά περιορίστηκε, επηρεάστηκε ποικιλοτρόπως και εν τέλει κατέληξε σε αυτή την κατηγορία γλώσσας που ονομάζεται Πρωτογερμανική, παιδιά της οποίας είναι η σύγχρονη Γερμανική, η Αγγλική, οι Σκανδιναβικές γλώσσες, η Ολλανδική, η Γίντις, κλπ.

Από το 750μ.Χ ως σήμερα μετράμε περίπου 1200 χρόνια εξέλιξης των Γερμανικών, αν εξαιρέσουμε τις περιόδους των παγκοσμίων πολέμων, όπου δεν υφίσταται γλωσσική πρόοδος. Παρά είναι λίγα, για να μπορεί να υφίσταται μετάφραση κατά λέξη από τα Ελληνικά! Η αντιστοιχία είναι 1:10! Πέρα από το ότι δεν μπορεί να υπάρξει απευθείας μετάφραση, είναι και η τροποποίηση που έχει συμβεί στο λεξιλόγιο, που καθιστά τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα…! ΣΧΟΛΙΟ: Με βάση την επίσημη Ιστορία, η ανθρώπινη – και ελληνική – γλωσσική παρουσία στον πλανήτη υπολογίζεται γύρω στο -10000π.Χ. και ως σήμερα μιλάμε για μια συνεχή παρουσία ελληνικού λόγου διάρκειας 12.000 ετών έναντι των 1200 αντίστοιχων για την Γερμανική! Η ανεπίσημη / μη συστημική Ιστορία, τοποθετεί την εμφάνιση του σώφρονος ανθρώπου τουλάχιστον στο – 1.200.000π.Χ. με ίχνη γλώσσας τύπου γραμμική, ή ιδεογραμματική, και μάλιστα στον Ελλαδικό χώρο!

Όσο κι αν έχουν επηρεαστεί τα σημερινά Γερμανικά από τα Ελληνικά στον κορμό τους και παρά τις ομοιότητες στο συντακτικό, το πρώτο πράγμα που πρέπει κάποιος να έχει στο μυαλό του, είναι πως τα Γερμανικά στηρίζονται σε μια αλληλουχία κανόνων, που εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις. Ακόμη και για τις τυχόν εξαιρέσεις πάντα υπάρχει κάποιος κανόνας από πίσω.

Ανεξάρτητα το τί θέλουμε να εκφράσουμε σε μια πρόταση, παίζει μεγάλο ρόλο ποιες λέξεις θα χρησιμοποιήσουμε, αλλά και με ποια σειρά θα τις τοποθετήσουμε. Η σύνταξη των όρων της πρότασης [4] είναι και πρέπει να είναι το ζητούμενο. Η τήρηση των κανόνων της σωστής σειράς των λέξεων σε μια πρόταση δεν παραδίδει μόνον ένα σωστά συντακτικό και ολοκληρωμένο νόημα, αλλά δίνει στον ομιλητή της γλώσσας το αίσθημα, πως αυτό που εξέφρασε έβγαλε νόημα και μάλιστα ήταν σωστό συντακτικά, άρα και κατανοητό στον ακροατή! Με λίγα λόγια, όποιος κάνει σωστή σύνταξη, θα πετυχαίνει το στόχο του να εκφράζει στα γερμανικά αυτό που θέλει. Οποιαδήποτε άλλη εκδοχή θα οδηγεί σε λάθος, ασάφεια, παρερμηνεία.

Η ΣΥΝΤΑΞΗ είναι ο μόνος σίγουρος και ασφαλής τρόπος να φτιάξει κανείς μια άρτια δομημένη και νοηματική πρόταση στα γερμανικά. Στον καθημερινό λόγο χρησιμοποιούμε κατά βάση μια πιο ονοματική δομή, δηλαδή μια δομή που στηρίζεται περισσότερο σε απλές φράσεις, παρά σε αναλυτικές προτάσεις με πολλά ρήματα. Η απόδοση/ «μετάφραση» από τα Ελληνικά στα Γερμανικά λέξη προς λέξη δεν είναι εφικτή! Η μόνη δυνατή εκδοχή είναι εκείνη που περνά μέσα από την σύνθεση των όρων μιας πρότασης σε φράση, που προηγουμένως έχει συνταχθεί σωστά. Για να φτάσουμε δηλαδή στο σημείο να επικοινωνήσουμε με φράσεις, πρέπει να είμαστε σε θέση να σχηματίσουμε πρώτα σωστά συντακτικές προτάσεις, αναλύοντας και σχηματίζοντας την πρόταση, και μετά, μέσω μιας διαδικασίας σύνθεσης να φτάσουμε στο σημείο να συμπιέσουμε τα στοιχεία μιας αναλυτικής δομής μέσα στα όρια μιας φράσης. Αυτό το αποτέλεσμα είναι και η ιδανική μετάφραση που επιδιώκουμε, ΚΑΙ ΟΧΙ η μετάφραση που μας δίνει ένα λεξικό, ή η κατά λέξη απόδοση που κάνουμε αυθαίρετα μόνοι μας! Ως το επίπεδο Β2 μαθαίνει κανείς πρακτικά να σχηματίζει μια σωστή αναλυτική πρόταση με όλους τους πιθανούς όρους! Από το επίπεδο C1 και άνω, χρησιμοποιείται ο ονοματικός λόγος, όπου κυριαρχεί η συμπίεση δεδομένων σε δομές με όχι και τόσο πολλά ρήματα!

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα γλωσσικής παρερμηνείας είναι η λέξη ΕΛΕΟΣ/ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ. Στα αρχ. ελληνικά εκφράζει «το να δίνω σε κάποιον συγχώρεση ή να παύω να τον κακομεταχειρίζομαι, επειδή βρίσκεται στο έλεος μου/υπό την κυριαρχία μου». Η λέξη αποδόθηκε στα Λατινικά ως ΕLEMOSINA. Στην λατινική εκδοχή σημαίνει το ίδιο πράγμα. Όταν χρόνια μετά οι χριστιανοί δανείστηκαν το λήμμα, η σημασία ενισχύθηκε με το «βοηθώ κάποιον

που έχει ανάγκη, προσφέρω ανακούφιση», και αποδόθηκε γερμανιστί ALMOSEN, αγγλιστί ALMS! Είναι προφανές πως άλλες έννοιες αποδίδει ο ελληνόφωνος και εντελώς άλλη ο γερμανόφωνος, ειδικά σε περιπτώσεις μεταφράσεων!

Άλλο παράδειγμα είναι λ.χ. η λέξη ΑΣΤΕΡΙ! Στα αρχ. Ελληνικά ΑΣΤΗΡ, δηλαδή αυτό που δεν ΣΤΗΡίζεται κάπου, το μετεωρίζον. Όταν η λέξη θα αποδοθεί στα λατινικά ASTΕR, μπορεί να μοιάζει αρκετά, αλλά πλέον έχει χάσει μια σημαντική λεπτομέρεια… την ετυμολογία της. Δηλαδή την λογική της δομή, όπου το στερητικό Α, αποδίδει έννοια απώλειας και η ρίζα ΣΤΗΡ, από το ρήμα ΙΣΤΗΜΙ = στηρίζομαι, συνδεόμενα πέρα από μια κοινή σημασία «Αστέρι», εννοούν και οτιδήποτε παραμένει μετέωρο, δηλαδή, για τους αρχ. Έλληνες, «ΑΣΤΗΡ» δεν είναι μόνο το κλασικό κοινό φωτεινό αστέρι, αλλά κάθε σώμα που δεν στηρίζεται, άρα μετεωρίζεται στον χώρο, δηλαδή ακόμη και κάποιο άλλο σώμα, όπως ΑΣΤΕΡΟειδής, πλανήτης, κομήτης κλπ… είναι ΑΣΤΗΡ!

Η λατινική εκδοχή μεταφέρει μόνο τη σημασία του φωτεινού αντικειμένου. Όταν θα μεταφερθεί στην γερμανική γλώσσα ως STERN, και στην αγγλική ως STAR, θα έχει μόνο τη σημασία του φωτεινού αντικειμένου, ενώ σήμερα, η λέξη Star, μπορεί να σημαίνει κατά συνθήκη ακόμη και κάποιο τηλεοπτικό ή κινηματογραφικό πρόσωπο. Στην ελληνική λογική δε μπορεί πχ ένα τηλεοπτικό πρόσωπο να είναι μετεωρίζον σώμα, αφού διαρκώς στηρίζεται. Βλέπετε το λάθος σημασίας που δημιουργείται εδώ; Φανταστείτε τί γίνεται, όταν τέτοιες αυθαιρεσίες περνούν ως μεταφράσεις στην εκάστοτε γλώσσα στόχο.

Ένα άλλο τυπικότατο παράδειγμα είναι πχ η ρήση «Το φαρμακείο κλείνει στις 20:00!»

Οι περισσότεροι, εσφαλμένα, «μεταφράζουν» το ρήμα κλείνω ως ένα απλό schließen, συνήθως ακολουθώντας την λογική κατά λέξη γενική μετάφραση του εν λόγω ρήματος σε ένα λεξικό. Όμως σε αυτή την πρόταση το ρήμα κλείνω χρησιμοποιείται ως ένας ιδιωματισμός! Στην πραγματικότητα, όπως όλοι ξέρουμε, ο υπάλληλος του καταστήματος κλείνει το φαρμακείο στις 20:00, και όχι το φαρμακείο από μόνο του!

Η σωστή απόδοση εδώ θα ήταν ή Α) να βάλουμε το ρήμα σε παθητική φωνή, και να πούμε πχ πως το φαρμακείο ΚΛΕΙΝΕΤΑΙ από κάποιον στις 20:00, ή Β) να παραφράσουμε το ρήμα κλείνω στο ρήμα τελειώνω τη βάρδια/ σχολάω, για να αποδώσουμε την έννοια πως το φαρμακείο κλείνει μεταφορικά όντως στις 20:00…. Γερμανιστί δηλαδή θα αποδοθεί πχ. ως die Apotheke macht um 20:00 Feierabend. – Συχνά, όταν η κατά λέξη απόδοση-μετάφραση δεν είναι ικανή, επιβάλλεται να αποδώσουμε το ρήμα με κάποια άλλη λέξη, προσαρμόζοντας σαφέστατα το υπόλοιπο της πρότασης, ώστε να ταιριάζει με την νέα σύνταξη. Σημασία δεν έχει λοιπόν ΠΩΣ θα το πούμε, αλλά ΠΩΣ θα το συντάξουμε. (5)

Η σωστή, επομένως, επιλογή λεξιλογίου είναι κάτι πολύ σημαντικό και πρέπει να αποδίδει σωστά αυτό που θέλουμε να πούμε, έστω και αν δεν υπάρχει δυνατότητα 100% μετάφρασης, λέξης προς λέξη, αλλά νοήματος. Αρκεί να συνταχθεί ανάλογα.

Όταν πηγαίναμε σχολείο, σίγουρα ο δάσκαλος θα είχε αναφέρει πως τα σύμφωνα ΠΒΦ – ΚΓΧ – ΤΔΘ είναι στην ουσία ο ίδιος φθόγγος, αλλά πχ στον χειλικό φθόγγο Π, που ακούγεται ιδιαίτερα ηχηρός, το Φ είναι πιο αχνό ενώ το Β πιο έντονο, πιο πυκνό, πιο δασύ. Παρατηρώντας αυτές τις αλλαγές φθόγγων, μπορούμε να καταλάβουμε πολύ καλά, ειδικά εμείς που μιλάμε Ελληνικά, γιατί όλες οι ευρωπαϊκές γλώσσες είναι τόσο συγγενείς με την δική μας, αν προσέξουμε λίγο την ετυμολογία τους και τον τρόπο γραφής τους.

Για παράδειγμα, ας πάρουμε την λέξη πατήρ στα αρχ. Ελληνικά. Στα λατινικά6 αποδόθηκε ως Pater. Από τα λατινικά στα ισπανικά Padre (το μέσο οδοντικό Τ αποδίδεται με το πιο δασύ Δ και γίνεται αντιστροφή των 2 τελευταίων γραμμάτων), στα γερμανικά Vater, το ηχηρό Π θα αλλάξει σε άηχο Φ, ενώ πιο βόρεια, το γερμανικό Vater θα αλλάξει πχ σε Vadar στην γλώσσα των Βίκινγκ ή στο κλασικό αγγλικό Father, όπου το Φ θα αποδοθεί με άλλο γράμμα, αλλά το ηχηρό Τ θα αποδοθεί ως Δ, με διαφορετική ορθογραφία. Père στα γαλλικά, Far στα σουηδικά/νορβηγικά, κοκ.

Δηλαδή… όσο πιο βόρεια πάει κανείς τόσο μικραίνει η έκταση της λέξης, τόσο περισσότερο αλλοιώνεται η ηχητική της απόδοση, και βέβαια, κατά περιπτώσεις, έχει αλλάξει άρδην η σημασία της, γιατί σίγουρα η ελληνική εκδοχή είχε απόλυτη λογική στα γράμματα. Για αυτό και η ορθογραφία, η σωστή δηλαδή γραφή είναι πολύ σημαντική. Μας θυμίζει την καταγωγή μας. Και γλωσσικά!

Επειδή κατά την μετατροπή του ελληνικού λεξιλογίου κατά την καρολίγνεια περίοδο, γινόταν ουσιαστικά προσαρμογή του ελληνικού λεξικού πλούτου στις εκάστοτε ευρωπαϊκές γλώσσες με αλλαγές σε καταλήξεις ή προσαρμογές φθόγγων και συχνά μια λέξη έφτανε να «πετσοκόβεται» στην κυριολεξία προκειμένου να αποδοθεί στην εκάστοτε γλώσσα, καταλαβαίνουμε πόσο λάθος είναι σήμερα να παίρνουμε απλά μια κοινή μετάφραση από ένα λεξικό, για να αποδώσουμε μια σκέψη μας, μόνο και μόνο, επειδή μας την πρότεινε το λεξικό.

Στο παράδειγμα με τη λέξη ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ, δεν άλλαξε μόνο η έκταση της λέξης προκειμένου να μπορεί να εκφραστεί ή να προφερθεί στον ευρωπαϊκό βορρά, λόγω πχ καιρικών συνθηκών, αλλά στη διαδικασία αυτή η λέξη έχασε και σημασία! Άλλο σημαίνει το Almosen σήμερα για το Γερμανό και τελείως διαφορετική σημασία αποδίδουμε εμείς με τη λέξη ΕΛΕΟΣ σήμερα. Ένα άλλο παράδειγμα, για να καταλαβαίνουμε πως ακριβώς λειτουργεί ένα ξένο- ευρωπαϊκό σήμερα μυαλό.

Η ελληνική λέξη ΕΧΩ, σημαίνει πολλά πράγματα. Σημαίνει είμαι κάτοχος ή μπορώ να νικήσω κάποιον! Όταν κατά τις μετατροπές έγινε προσπάθεια να μεταφραστεί αυτή η λέξη, δυστυχώς η εκδοχή ECHO είχε ήδη χρησιμοποιηθεί για την μεταφορά της λέξης ΗΧΩ, έτσι αντί του ελληνικού ΕΧΩ που σήμαινε είμαι κάτοχος ή μπορώ να νικήσω κάποιον χρησιμοποιήθηκε το λήμμα ΧΑΠΤΩ, λατινιστί HABEO, που σήμαινε έχω, όχι επειδή δημιούργησα από μόνος μου, αλλά γιατί κάπως το απέκτησα, πχ το αγόρασα ή το δανείστηκα, το έκλεψα! Άλλο πράγμα δηλαδή εννοούσαν στην αρχ. Ελλάδα λέγοντας «ΕΧΩ ΓΝΩΣΙΝ» ή «ΕΧΩ ΠΑΙΔΙΑ», και άλλο «ΧΑΠΤΩ ΟΙΚΙΑΝ».

Στα νέα ελληνικά διατηρούμε το κλασικό ΕΧΩ για να δηλώσουμε νίκη ή πως κάτι είναι δικό μας, πχ ΕΧΩ 2 ΠΑΙΔΙΑ, αλλά χρησιμοποιούμε το ρήμα κατά-έχω/κατέχω, για να δηλώσουμε, πως κάτι το αποκτήσαμε και σήμερα είναι δικό μας, όχι, όμως, επειδή το φτιάξαμε μόνοι μας. Προσπαθήστε τώρα να σκεφτείτε τί λάθος γίνεται όταν κάποιος μεταφράζει κατά λέξη από τα ελληνικά, – αν τα χρησιμοποιεί σωστά και αυτά! – , και αποδίδει αφηρημένα εκφράσεις του στυλ ΕΧΩ ΣΠΙΤΙ με την ίδια ακριβώς λογική σαν να λέει ΕΧΩ 2 ΠΑΙΔΙΑ!

Μπορεί στην καθημερινότητα τέτοια λάθη να είναι αποδεκτά, όπως πχ και η χρήση της αιτιατικής στις διαλέκτους της Β. Ελλάδας, αλλά συντακτικά δεν είναι σωστό. Κάπως έτσι αποδίδεται πολύ συχνά το ρήμα ΕΧΩ ως HABEN στα γερμανικά, ενώ κατά περιπτώσεις θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί το besitzen ή το gebären! Μπορεί σε ένα επίπεδο αρχαρίων ως Β1 τέτοιες επιλογές να μην αποτελούν τόσο μεγάλο πρόβλημα, αλλά σε μεγαλύτερα επίπεδα, όπου η γνώση της γλώσσας πρέπει να πλησιάζει την ορθότητα και την ποιότητα ενός φυσικού ομιλητή, εκεί σίγουρα θα κάνουν την διαφορά!

Η Γερμανική, ως γλώσσα, λοιπόν, είναι ένα κράμα με ιστορικές ρίζες Ελληνικής γλώσσας, αρχαίας πρωτογενούς, σε που κάποιες στιγμές της Ιστορίας ενισχύθηκε κατάλληλα, για να φτάσει σήμερα να μοιάζει κάπως. Με βάση όλα αυτά που αναλύθηκαν παραπάνω, είναι χρήσιμο να δούμε πώς ακριβώς λειτουργεί η σύνταξη της γερμανικής πρότασης και να καταλάβουμε την λογική της δομής της, ώστε έχοντας επιλέξει τις κατάλληλες λέξεις, να μπορεί η σκέψη μας να γίνει κατανοητή και κυρίως να εκφραστεί σωστά. Ας θυμηθούμε πως ΚΑΤΑ ΛΕΞΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ!

Γνώση [1]2020-05-13T14:27:15+00:00

[1] Στα Ελληνικά, κάποιος που κατάγεται από τον ίδιο ΧΩΡΟ/ΧΩΡΑ ονομάζεται ημεΔΑΠΟΣ, ενώ αυτός που έρχεται από άλλη χώρα… αλλοΔΑΠΟΣ. Η λέξη ΔΑΠΑ αναφέρεται στον Όμηρο ως ΧΩΡΟΣ που μένουμε, κάτι που εμείς σήμερα λέμε… «δάπεδο»! Στην ελληνική μυθολογία, που δεν αποτελεί παραμυθάκι, αλλά κωδικοποιημένη Ιστορία υπό το πρίσμα συμβολισμών, αναφέρεται το έθιμο της φιλοξενίας!  Του φιλέματος προς τον «δια-βάτη ΞΕΝΟΝ» που περνά από τον κοινό χώρο/δάπα. Η φιλοξενία ήταν ανέκαθεν έθιμο από Έλληνες για Έλληνες και μόνο και όχι για αλλοδαπούς. Έλλην θεωρούνταν όποιος είχε κοινή γλώσσα, ήθη και έθιμα, θρησκεία και φιλοσοφία/τρόπο ζωής. Ήταν αδιανόητο να δώσει κάποιος Έλληνας στην αρχαιότητα βοήθεια παντός τύπου σε κάποιον βάρβαρο! Βλ και: «’ω ξείν’ αγγέλειν Λακεδαιμονίοις…!»

Βερολίνο [2]2020-05-13T16:37:10+00:00

[2] Από τότε το Βερολίνο αναφέρεται και ως η Αθήνα του Σπρεε, Spreeathen, εις ανάμνησίν της Κλασικής Αθήνας του πολιτισμού, των γραμμάτων και των τεχνών που άνθισαν εκεί κατά τον χρυσόν αιώνα του Περικλέους.

…κείμενα [3]2020-05-13T16:38:33+00:00

[3] Αυτήν την πράξη στηλιτεύει με το έργο του ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ, ο Ουμπέρτο Εκο, και κυρίως την προσπάθεια του κλήρου να οικειοποιηθεί την αρχαία γνώση για έλεγχο μαζών, και διατήρηση του σκοταδισμού τον Μεσαίωνα, καίγοντας συγκεκριμένα τον 2ο τόμο της Ποιητικής του Αριστοτέλη, όπου δίδεται ο ορισμός της Κωμωδίας, ως μια λυτρωτική απάντηση απέναντι στα ψυχικά πάθη.

Η σύνταξη των όρων της πρότασης [4]2020-05-13T16:47:55+00:00

[4] Είναι σημαντικό να τονίσουμε και το εξής: ενώ στα Ελληνικά πρόταση θεωρείται το σύνολο λέξεων που ξεκινούν με κεφαλαίο και τελειώνουν σε τελεία, στα Γερμανικά πρόταση θεωρείται ότι περιέχει ρήμα με κλιτό πρόσωπο. Έτσι ενώ η πρόταση στα ελληνικά πχ «Γιώργο θέλω να δώσεις προσοχή σε αυτά που θα πει ο Κώστας» θεωρείται ΜΙΑ πρόταση, καθότι όλοι οι βασικοί όροι εννοούνται και δεν καταγράφονται, στα Γερμανικά, αυτό το παράδειγμα αντιστοιχεί σε 3(!) προτάσεις, τύπου: «Κώστα ΕΓΩ θέλω, ότι ΕΣΥ προσοχή σε αυτά να δώσεις, τα οποία Ο ΚΩΣΤΑΣ θα πει!». Η ελληνική γλώσσα με 12.000 χρόνια, τουλάχιστον, γλωσσικής προόδου δύναται να εννοήσει πολλά από τα στοιχεία της χωρίς να τα καταγράψει. Για κάθε ρήμα σε Χ χρόνο, σε Υ πρόσωπο, σε Ζ φωνή, υπάρχει διαφορετική κατάληξη, τέτοια που από το άκουσμά της όλοι να καταλαβαίνουμε ΠΟΤΕ, ΠΟΙΟΣ και ΤΙ κάνει. Αυτό στα Γερμανικά είναι αδύνατο χωρίς την υποχρεωτική παρουσία του Υποκειμένου. Καθότι λοιπόν στα Γερμανικά ΟΛΑ τα διαφορετικά Υποκείμενα θα καταγραφούν ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ, κάθε ρήμα με διαφορετικό Υποκείμενο θα σχηματίζει διαφορετική πρόταση!

ΠΩΣ θα το συντάξουμε [5]2020-05-13T17:00:51+00:00

[5] Ως και το επίπεδο Β1, δεν παίζει κανένα ρόλο με ποιο ρήμα θα εκφράσει κανείς αυτό που θέλει να πει! Από το επίπεδο Β2, όμως, υπάρχουν σαφέστατα διαφορές ως προς την σημασία του εκάστοτε ρήματος, οπότε και μπαίνουμε σε άλλα μονοπάτια της γλώσσας, δίνοντας έμφαση πλέον σε προχωρημένο λεξιλόγιο και κάνοντας χρήση ανωτέρου επιπέδου γλώσσας!

Στα λατινικά [6]2020-05-13T17:01:47+00:00

[6] Τα Λατινικά είναι η γλώσσα εκείνη, που ξεκίνησε ως διάλεκτος της ελληνικής στην περιοχή της Εύβοιας. Όταν Έλληνες άποικοι μετέβην στο Latio/Lazio της Ιταλίας, μετέφεραν μαζί τους και την τοπική τους διάλεκτο σε ιταλικό έδαφος, και την προσάρμοσαν με την τοπικά ομιλούμενη γλώσσα, ενώ κάποιοι άλλοι την διατήρησαν στο γλωσσικό ιδίωμα Grico στην Σικελία, όπου ομιλείται ακόμη και σήμερα!

© Αργυρός Γιάννης 2019

ΒΑΣΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ – ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΟΜΗΣ

> Δείτε τη συνέχεια στο Μέρος 2

Go to Top