«Δεν πρόκειται να αλλάξω τίποτα απ’ όσα γίνανε, άδειο είναι το κιβώτιο. Και αν νομίζετε πως μπορείτε να το γεμίσετε, με το πτώμα μου, γιατί δεν με σκοτώνετε;» Απελπισμένα λόγια του αφηγητή-ήρωα στο πολύκροτο και πολυσυζητημένο έργο του Αρη Αλεξάνδρου (1922-1978), που τιμωρημένος από τους συντρόφους του μετά από μια αποστολή αυτοκτονίας, αν και την έφερε σε πέρας, στέλνει από τη φυλακή απανωτές απολογίες και καταθέσεις με επιστολική μορφή στον άγνωστο ανακριτή του. 

Το μυθιστόρημα γράφεται στα χρόνια της σκοτεινής επταετίας της δικτατορίας στον τόπο μας (1966-1972) και έχει ως σημείο αναφοράς τον εμφύλιο πόλεμο (1946-49), την πιο μαύρη και διχαστική περίοδο της νεότερης ελληνικής ιστορίας, με τη ματιά ενός συνεπούς αριστερού, κατ’ άλλους τραγικά αιρετικού, που φαίνεται να έχει βιώσει τη διάψευση και τη ματαίωση της ιδεολογίας του.Σε ένα πρώτο επίπεδο το έργο περιγράφει την επικίνδυνη περιπέτεια μιας 40μελούς ομάδας επίλεκτων αγωνιστών να μεταφέρουν, το καλοκαίρι του 1949, από τη πόλη Ν στη πόλη Κ ένα κιβώτιο αγνώστων στοιχείων, από το περιεχόμενο του οποίου θα κριθεί η έκβαση της αποστολής και του πολέμου. Το κιβώτιο φθάνει στον προορισμό του με μοναδικό επιζώντα τον ανώνυμο αφηγητή και επομένως μοναδικό μάρτυρα διεκπεραίωσης της επιχείρησης, υποχρεωμένο να απολογείται με επιστολές απέναντι σε έναν αθέατο και ανέκφραστο ανακριτή, καθώς τίθεται θέμα αξιοπιστίας του, την οποία το πλούσιο αγωνιστικό του παρελθόν αδυνατεί να προστατεύσει.

Ο ήρωας του έργου, άνθρωπος αγνών προθέσεων και ανεπίληπτης ηθικής, εμπλέκεται στα ιδεολογικά γρανάζια και παγιδεύεται στους αμείλικτους μηχανισμούς μιας αόρατης αυτορυθμιζόμενης εξουσίας, στην οποία υποτάσσεται ως πειθήνιο εκτελεστικό όργανο, για να συνειδητοποιήσει τελικά, καθώς το κιβώτιο αποκαλύπτεται άδειο, ότι το οικοδόμημα, στο οποίο στήριξε όλη του τη ζωή, είναι όχι μόνο σαθρό αλλά και ανύπαρκτο. Σαστισμένος μπροστά στο απόλυτο κενό, με όλες τις βεβαιότητές του ακυρωμένες, δεν έχει καμιά απάντηση, γι’ αυτό ίσως και ολοκληρώνει τις καταθέσεις του με ένα ερωτηματικό.

Κλείνει έτσι το έργο με την «αλήθεια» να παραμένει αινιγματική και τον παραλήπτη της απροσδιόριστο. Με το κιβώτιο άδειο, το μήνυμα απουσιάζει και κατ’ ακολουθία απουσιάζει και το νόημα ή αν υπάρχει κάποιο μήνυμα, είναι ότι ο συγγραφέας, μέσα από τις αλλεπάλληλες ανασκευές της απολογίας του ήρωά του, αρνείται να επινοήσει μια και μοναδική απάντηση για την ανθρώπινη περιπέτεια.

Οι απόπειρες ανάγνωσης και ερμηνείας «Του Κιβωτίου» πολλές. Κάποιες το εγκωμιάζουν, κάποιες το θεωρούν διχαστικό, άλλες αναζητούν το περιεχόμενό του βιβλίου πέραν από την ιστορική συγκυρία της εποχής, για την οποία γράφτηκε και άλλες προσδίδουν σ’ αυτό καφκικές διαστάσεις, χαρακτηρίζοντάς το «μετακαφκικό ιστορικό μυθιστόρημα». Στην τελευταία ερμηνευτική εκδοχή συμβάλλουν η υποταγή του ήρωα σε μια ανέκφραστη εξουσία και στις σαφείς αλλά στερούμενες νοήματος (α-νόητες) διαταγές της αλλά και η τερατώδης υπομονή του να αναφέρεται και να απολογείται συνεχώς σε έναν αθέατο και αμίλητο ανακριτή, επιμένοντας στη σχολαστική ερμηνεία μιας πράξης ή μιας σκέψης ώστε «ο θεατής να έχει την αίσθηση ότι παρακολουθεί ένα παραλήρημα».

Η πολλαπλή ερμηνευτική προσέγγιση είδε το «Κιβώτιο», ως ένα κείμενο πολιτικής ματαίωσης και διάψευσης, ως αλληγορία του Εμφυλίου και ως καταγγελία των κάθε είδους εξουσιών και ιερατείων, ενώ ο διακεκριμένος κριτικός της λογοτεχνίας Σπύρος Τσακνιάς, θεωρώντας το ως μυθιστόρημα του παραλόγου με ρεαλιστική επίφαση, έγραψε «Η μεταφορά (κυριολεκτικώς) του άδειου κιβωτίου γίνεται η μεταφορά (μεταφορικώς) του κενού της Ιστορίας, της απουσίας νοήματος από τους δέλτους της»… «Το Κιβώτιο γεννήθηκε από τα σπλάχνα της Ιστορίας και ξαναγυρίζει στην Ιστορία, ακτινοβολώντας την με τον δυσοίωνο και δαιμονικό φωτισμό του».Δύο χρόνια επιτυχημένης σκηνικής ζωής συμπλήρωσε το έργο, με ορμητήριο το studio «Μαυρομιχάλη» και με περιοδεία ανά την Ελλάδα, σε μορφή θεατρικού μονολόγου, διαμορφωμένου από τον Φώτη Μακρή, που επωμίσθηκε επιπλέον τη σκηνοθεσία και την ερμηνεία του. Λιτή και δωρική η σκηνοθετική ανάγνωσή του, με έντονο το στοιχείο της προφορικότητας του λόγου, άνοιξε τον δρόμο για μια άμεση και διαυγή ερμηνευτική απόδοση, συμβάλλοντας στην ευχερέστερη πρόσληψη ενός κειμένου, που απαιτεί στοιχειώδη γνώση των χωροχρονικών συνθηκών του εμφυλίου πολέμου και προπάντων αδογμάτιστη σκέψη.

Στον ρόλο του ήρωα-αφηγητή ο Φώτης Μακρής ξεδίπλωσε με ένταση, παλμό και εξαιρετική ενέργεια τη σωματική και ψυχική εξουθένωση του απελπισμένου αγωνιστή και κλιμακώνοντας απλά κι ανεπιτήδευτα την ερμηνεία του, ανέδειξε τις συνεχείς και πολλαπλές αναμετρήσεις της ταραγμένης συνείδησής του με την αδυσώπητη πραγματικότητα, με τις ιδέες του, τα όνειρά του, τα συναισθήματά του και την ηθική του, τελικά με τον ίδιο του τον διαμελισμένο εαυτό. Η αναπαράσταση του «Κιβωτίου» φιλοξενήθηκε στον κήπο του «Πολύεδρου».

ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚΟΚΚΟΤΑ

Πηγή: http://pelop.gr/